Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Το "Σπήλαιο των Ζωδίων" στο Αιγάλεω

   Λίγες εκατοντάδες μέτρα δυτικά από τα τελευταία σπίτια του δήμου της Αγίας Βαρβάρας, σε μια πλαγιά με συνηθισμένη για το αττικό περιβάλλον όψη και αθέατο από μακρυά, κρύβεται πίσω από τους πυκνούς θάμνους και τα λιγοστά δέντρα ένα μικρό σπήλαιο, άγνωστο στο ευρύ κοινό, όπως άλλωστε και τόσα άλλα. Με μια πρώτη ματιά δεν φαίνεται να το διακρίνει τίποτα το ιδιαίτερο. Πρέπει κανείς να το παρατηρήσει πολύ προσεκτικά για να καταλάβει τη σπουδαιότητά του.


   Πριν από αρκετά χρόνια, ύστερα από παρακίνηση του ερευνητή Νίκου Μπουντούκη,  κατοίκου της περιοχής, βρεθήκαμε σ’ εκείνο το μέρος. Καθώς ανεβαίναμε την πλαγιά για να φθάσουμε στον προορισμό μας, περάσαμε δίπλα από μια σειρά πέτρινους αναβαθμούς. Διαπιστώσαμε ότι επρόκειτο για μια πανάρχαια κλίμακα. Η απορία ήταν εύλογη: τι σκοπό εξυπηρετούσε η ύπαρξή της μέσα στην ερημιά, όπου μόνο λαγοί, τσακάλια και ερπετά κυκλοφορούσαν; Η απάντηση θα άρχιζε να διαφαίνεται λίγα λεπτά αργότερα, όταν περπατώντας συναντήσαμε ένα μεγάλο βραχώδες πέτασμα σύρριζα από το οποίο περνούσε ένα μονοπάτι γεμάτο από διάσπαρτα τεμάχια κατεργασμένου πηλού. Ο περίπατός μας αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Όπως βαδίζαμε, έχοντας την Αθήνα να απλώνεται πανοραμικά δεξιά μας και σε ικανή απόσταση κάτω και εμπρός μας τα κτήρια του Δρομοκαϊτείου Θεραπευτηρίου να μπαίνουν στο οπτικό μας πεδίο, βρεθήκαμε αναπάντεχα δίπλα σ’ ένα μεγάλο άνοιγμα στο βραχώδη όγκο. Ένας φατνιώδης χώρος με ύψος περίπου 2 μ., πλάτος 4μ. και βάθος γύρω στα 3μ. δέσποζε ενώπιον μας. Εκ πρώτης όψεως δεν παρουσίαζε κάτι το ασυνήθιστο, εκτός από ένα άριστα λαξευμένο στην πέτρα κράσπεδο που κατελάμβανε τμηματικά το μεγαλύτερο μέρος από τη βάση του σχεδόν ημικυκλικού τοιχώματος στο βάθος. Λίγο πιο πάνω από το ύψος αυτής της υποτυπώδους πεζούλας ξεχώριζαν σαν μικρογραφίες ορυγμάτων δύο χοάνες, το βάθος των οποίων χανόταν μέσα στο βράχο. Το εντυπωσιακό είναι ότι οι οπές αυτές – διαμέτρου περίπου 40-50 πόντων – ήταν όχι μόνο φυσικές, αλλά και σχεδόν πανομοιότυπες και το ακόμα εντυπωσιακότερο, που παρατηρήσαμε κατόπιν, ότι βρίσκονταν σε απόλυτη συμμετρία τόσο μεταξύ τους, όσο και με την κοίλη επιφάνεια πάνω στην οποία φέρονταν, όπως οι δύο τρύπες ενός κουμπιού. Θα μπορούσε κανείς να τις εκλάβει φαντασιακά σαν τις δύο άδειες κόγχες των ματιών ενός αποστεωμένου γίγαντα, του οποίου μόνο το κεφάλι προεξείχε από το έδαφος. Αυτή ήταν μόνο η αρχή των εκπλήξεων. Λίγη φαντασία και πολλή παρατηρητικότητα θα μας επέτρεπαν να δούμε και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του σπηλαίου. Μόλις τις επιστρατεύσαμε, αυτά άρχισαν να αποκαλύπτονται στα μάτια μας. Ο εσωτερικός χώρος ήταν γεμάτος από ανάγλυφες ως επί το πλείστον και εγχάρακτες βραχογραφίες, που εκτείνονταν και αλληλοσυμπληρώνονταν σε όλο το εμβαδόν της οροφής. Με την πρώτη ματιά ήταν σχεδόν αθέατες, αφού μαυρισμένες από την κάπνα της φωτιάς και φθαρμένες σε πολλά σημεία, δύσκολα αναγνωρίζονταν. Ωστόσο, κοιτάζοντας από διαφορετικές οπτικές γωνίες, κατορθώσαμε να δούμε μερικές, όπως λ.χ. το «προφίλ» ενός αρχαίου πολεμιστή στην άκρη του θόλου, το κεφάλι ενός κριαριού στο μέσον του κάθετου τοιχώματος, έναν εγχάρακτο ταύρο λίγο ψηλότερα και άλλες διάφορες, τις μορφές των οποίων δεν είχαμε συγκρατήσει. Η συνολική εικόνα του σπηλαίου ήταν εξόχως ενδιαφέρουσα, καθώς αφ’ ενός η γεωγραφική του θέση αποτελούσε σημείο «κλειδί», όσον αφορά την κατόπτευση του Λεκανοπεδίου, όντας μάλιστα μη ορατό εύκολα, και αφ’ ετέρου ήταν διακοσμημένο με ασυνήθιστα για τα δεδομένα του ελλαδικού χώρου ανάγλυφα τεχνουργήματα.


   Κατά την πάροδο όλων αυτών των ετών έως τις μέρες μας, όχι μόνο δεν λησμονήθηκε εκείνος ο περίπατος και η γνωριμία με τη σπηλιά, τουναντίον, τα ερωτηματικά για την παρουσία της στην συγκεκριμένη περιοχή, για την χρηστικότητά της, για την μορφολογία και τον διάκοσμό της παρέμεναν χωρίς σαφή απόκριση. Έτσι αποφασίστηκε μια εκ νέου πιο συστηματική έρευνα επί τόπου και ευκαιρίας δοθείσης βρεθήκαμε ξανά εκεί πριν από λίγο καιρό. Η πρόσοψη της σπηλιάς είχε αλλάξει ελαφρώς τώρα, μιας και είχε φραγεί με ένα ψηλό κιγκλίδωμα, προφανώς τοποθετημένο από την δημοτική αρχή. Η πρόσβαση όμως στο εσωτερικό εξακολουθούσε να είναι εφικτή χάρις σ’ ένα άνοιγμα της σιδεριάς στο πλάϊ. Αφού εισήλθαμε ξεκινήσαμε αμέσως μια πρώτη προσπάθεια χαρτογράφησης των μορφών που παρατηρούσαμε. Οι δέσμες των φακών μας φωτίζοντας από πολλά σημεία τα ανάγλυφα, έφερναν στα μάτια μας ολοένα και περισσότερα σχήματα και φιγούρες, όπως αυτές ενός τοξότη, δύο ψαριών, ενός λιονταριού, ενός σκορπιού και του κριού, που ήταν και η μεγαλύτερη. Δεν αργήσαμε να καταλάβουμε ότι ο άγνωστος προϊστορικός (!;) ή πρώιμος ιστορικός καλλιτέχνης είχε, μεταξύ άλλων, απεικονίσει μέσα στο σπήλαιο το Ζωδιακό Κύκλο! Ήταν απίστευτο… Μ ε αυτήν την προοπτική κατά νου αναζητήσαμε και τα υπόλοιπα ζώδια ανάμεσα στις βραχογραφίες και τα βρήκαμε σχετικά εύκολα. Η Παρθένος κατελάμβανε ολόκληρο το εξωτερικό μέρος της αψίδας του σπηλαίου με δύο ελλειψοειδείς τρύπες για μάτια και την πέτρινη κώμη της να απλώνεται σε όλο το άνω μέρος της εισόδου. Ο Ταύρος, ο Λέων, οι Ιχθύες, ο Αιγόκερως (μια φθαρμένη απεικόνιση τράγου), ο Σκορπιός, ο Οφιούχος (!) με τη μορφή ενός ελισσόμενου φιδιού πάνω από το κεφάλι ενός άνδρα και ο Κριός εντοπίζονταν στο εσωτερικό. Δεν εντοπίσαμε πάντως τον Καρκίνο, τον Ζυγό και τον Υδροχόο, επειδή προφανώς ήταν καλύτερα «καμουφλαρισμένοι», μιας και κατά πάσαν πιθανότητα κάπου απεικονίζονταν. Εντοπίσαμε όμως τους Διδύμους, τον ένα εντός του σπηλαίου, ακριβώς στο κέντρο της οροφής και τον άλλο, ίδιο σε μορφή, έξω από την είσοδο του σπηλαίου σμιλεμένο επάνω σε ένα οριζόντιο τραπεζοειδές κομμάτι βράχου, περίπου 5 μέτρα μακρύτερα. Επίσης στα εκτός του χώρου της σπηλιάς τεχνήματα περιλαμβάνονται ένα υπερμέγεθες μητροειδές σκάλισμα σε επίπεδο χαμηλό βράχο καθώς και ένα ολόκληρο ανθρώπινο κεφάλι που διαγράφεται στο άνω ανατολικό μέρος της εξωτερικής πλευράς του σπηλαίου και έχει μέτωπο στραμμένο δυτικά. Η νοητή ευθεία του βλέμματός του «καρφώνει» κυριολεκτικά την Ακρόπολη των Αθηνών μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω! Σύμπτωση;
   Το βέβαιο είναι ότι τα ερωτήματα σχετικά με τη σπηλιά του λόφου της Αγίας Βαρβάρας αντί να απαντηθούν μάλλον πολλαπλασιάζονται. Τα κυριότερα αφορούν την εποχή κατά την οποία φιλοτεχνήθηκαν τα βραχογραφήματα. Με δεδομένο ότι η περιοχή τριγύρω είναι γεμάτη από κομμάτια πήλινων αγγείων διαφόρων ειδών και ότι η τοποθεσία βρίσκεται κοντά στην αρχαία οδό που οδηγούσε στην Ελευσίνα και πάνω από την κοίτη αρχαίου ποταμού, αλλά και πλησίον ενός εκτεταμένου συστήματος υπογείων σηράγγων, αφού το πεδινό μέρος κάτω από τον λόφο είναι γεμάτο στοές, κι όλα αυτά σε συνδυασμό με την εποπτική θέση της σπηλιάς, μπορούμε να υποθέσουμε ότι έχουν σαφώς αρχαία προέλευση, που οριοθετείται από την προϊστορία μέχρι τους μέσους χρόνους της αρχαιότητας. Δεν αποκλείεται επίσης να χρησιμοποιήθηκε και ως ιερό, εκτός από φυλάκιο. Αξιοπρόσεκτη επίσης είναι η χρήση σκληρού κονιάματος από τον τεχνίτη των βραχογραφιών σε ορισμένα σημεία που η μορφή των βράχων δεν επέτρεπε την ολοκλήρωση των σχεδίων που ήθελε να κατασκευάσει. Το σπουδαιότερο όμως ζήτημα έχει να κάνει με το περιεχόμενο των παραστάσεων που σαφέστατα προδίδει αστρονομικής φύσεως γνώσεις και παρατηρήσεις. Είναι δυνατόν να αποτυπώθηκε υποτυπωδώς έστω, η διάταξη των αστερισμών – συμπεριλαμβανομένου και του προσφάτως σχετικά ανακαλυφθέντος «Οφιούχου» - του ουρανίου θόλου μέσα στο σπήλαιο; Η απάντηση σ’ αυτό είναι θετική, γι’ αυτό και είναι απαραίτητη η περαιτέρω έρευνα του θέματος. Εξ ίσου χρήσιμη θα ήταν και για κάθε ενδιαφερόμενο μια βόλτα στην περιοχή. Πραγματικά αξίζει τον κόπο…

                                                                        Μάριος Κ. Μαμανέας

Mιά σπηλιά...ανθρώπινο κρανίο!

  
Η περιοχή γύρω από ένα εγκαταλειμμένο λατομείο σχιστόλιθου στη βρετανική επαρχία, και πιο συγκεκριμένα στο Coniston της Cumbria, είναι ιδιαίτερα τρομακτική! Ο λόγος; Εκεί υπάρχει μια σπηλιά που είναι αρκετά «απόκοσμη», και -όπως φαίνεται στη φωτογραφία- το τοπίο επιφυλάσσει στους επισκέπτες τη θέα ενός… τρομακτικού, γιγαντιαίου ανθρώπινου κρανίου! Στην ουσία πρόκειται για μια λίμνη που έχει κινήσει την περιέργεια πολλών να την εξερευνήσουν, καθώς τα νερά της τα συναντά κανείς μόνο αφού διασχίσει μία σήραγγα μήκους 25 μέτρων...
    «Δύτες έχουν πεθάνει στα υπόγεια τούνελ και αναρριχητές έχουν χάσει την ισορροπία τους και έχουν πέσει στο κενό. Αν δείτε την αντανάκλαση στη συγκεκριμένη φωτογραφία όταν τη γυρίσετε κατά 90 μοίρες φαίνεται ένα… κρανίο! Δεν έχει πειραχτεί τίποτα ούτε έχει γίνει κάποια επεξεργασία στις φωτογραφίες και ακριβώς γι’ αυτό είναι τόσο… περίεργο το θέαμα! Θυμίζει κάτι από ταινία του Indiana Jones», δήλωσε πρόσφατα ο Peter Bardsley, ο φωτογράφος των εικόνων. Τα σχόλια δικά σας…
Πηγή: rokakias.gr

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Στην παρανομία θα περάσουν οι Εκκλησίες στην Αμερική;

  
  
   Ένας συντηρητικός χριστιανός σχολιαστής είναι πεπεισμένος ότι οι «πραγματικές» χριστιανικές εκκλησίες στην Αμερική, προκειμένου να μείνουν πιστές στις πεποιθήσεις τους και στο Θεό, θα αναγκαστούν να κάνουν αυτό που έκαναν οι πρώτοι χριστιανοί, να γίνουν «υπόγειες», δηλαδή να περάσουν στην παρανομία.
   Ο JD Longstreet, βετεράνος στη δημοσιογραφία και συντηρητικός Νότιος Αμερικάνος, (μέλος του ‘Sons of Confederate Veterans’ και έχοντας το επίθετο του θρυλικού στρατηγού του στρατού των Νοτίων James Longstreet ), που, όσον αφορά την πίστη, αποκαλεί τον εαυτό του «παλιό Λουθηριανό», δημιουργεί θόρυβο με ένα σχόλιο που υποστηρίζει ότι πολλές από τις mainline χριστιανικές εκκλησίες στις ΗΠΑ έχουν ξεφύγει από τις θεμελιώδεις αρχές της Αγίας Γραφής, έχοντας υιοθετήσει κοσμικές νοοτροπίες και αριστερές, ‘πολιτικά ορθές’ φιλοσοφίες και έχοντας καταντήσει μόνο μια σκιά των πραγματικών ακόλουθων του Χριστού .
   Αυτά είναι σκληρά λόγια για πολλούς στην Αμερική, αλλά είναι λόγια που ο Longstreet – ο οποίος άφησε τη δική του χριστιανική ομολογία πριν από λίγα χρόνια, επειδή, όπως είπε, είχε εγκαταλείψει τη νοοτροπία της Αγίας Γραφής και του Ευαγγελίου – πιστεύει απόλυτα.
   «Δυστυχώς, πολλές από τις κύριες ομολογίες μας έχουν μετατραπεί σε τίποτα περισσότερο παρά social clubs με πολλά προνόμια σε εθνικό επίπεδο», γράφει ο Longstreet. Οι πάστορές τους «κηρύττουν» ευχάριστα κηρυγματάκια για το περιβάλλον, και άλλα πράγματα όπως η «κοινωνική δικαιοσύνη». "Κατά τη γνώμη μου, αυτή δεν είναι η αποστολή μιας εκκλησίας που φιλοδοξεί να ακολουθήσει τον Χριστό. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο Χριστός, διευκρίνισε την αποστολή της Εκκλησίας σε αυτό που ονομάζουμε ως η Μεγάλη Παραγγελία" (εννοεί το ‘πορευθέντες μαθητεύσατε’).
   Όπως το βλέπει ο Longstreet, οι ποιμένες στην Αμερική φοβούνται να κηρύξουν μέσα από τα ιερά κείμενα και να επισημάνουν τις αδυναμίες (του λαού). Τους απασχολεί μήπως κατηγορηθούν για δυσφήμηση ή τους μηνύσουν για συκοφαντική δυσφήμιση. Ο Longstreet παραδέχεται ότι αυτό είναι μια πραγματική απειλή στην Αμερική - και για αυτό θεωρεί ότι οι εκκλησίες που μένουν «πιστές στο ευαγγέλιο» θα αναγκαστούν να γίνουν «υπόγειες».
   Ο Longstreet πιστεύει ότι πολύ σύντομα το Ανώτατο Δικαστήριο θα πέσει στα χέρια «των σοσιαλιστών» και ότι θα είναι το τέλος του πειράματος, που ονομάζεται «Αμερική - ένα έθνος το οποίο έπρεπε να κυβερνείται μόνον από η φωνή του λαού του και του Θεού του», την ώρα που η Αμερική «έχει ξεπεράσει σε ανομία αυτή των Σοδόμων και Γομόρρων». Και καταλήγει: «Αν η αληθινή χριστιανική εκκλησία θέλει να επιβιώσει στην Αμερική, πρέπει να πάει στην παρανομία».
Πηγή:  redskywarning.blogspot.com

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Οι περίεργοι θάνατοι των αρχαίων σοφών μας

 
ΑΙΣΧΥΛΟΣ: Ο θρύλος ισχυρίζεται ότι ένας αετός πέρασε τη φαλάκρα του ποιητή για βράχο, και άφησε να πέσει πάνω στη φαλάκρα του μια.... χελώνα (έτσι σκοτώνει τις χελώνες ο αετός και μετά τις τρώει). Ο θρύλος προσθέτει ότι κάποιος χρησμός του είχε προειπεί: "Ουράνιον σε βέλος κατακτενεί". Αυτήν την εκδοχή πολλοί δεν την παραδέχονται.
ΑΙΣΩΠΟΣ: Τον Αίσωπο τον έστειλε ο βασιλιάς Κροίσος για να πάρει κάποιον χρησμό από το Μαντείο των Δελφών. Συκοφαντήθηκε όμως από τους παρευρισκόμενους στο μαντείο, ότι έκλεψε την ασημένια φιάλη του Θεού Απόλλωνα. Έτσι καταδικάστηκε να γκρεμιστεί από τους κατοίκους από την κορυφή του Παρνασσού Υάμπεια, πράγμα που έγινε.
ΑΝΑΚΡΕΩΝ: Κι εδώ ο θρύλος δίνει και παίρνει. Λέγεται, λοιπόν ότι ο Ανακρέων σκοτώθηκε από τον Ίππαρχο στην Αθήνα. Εμείς γνωρίζουμε ότι τον Ίππαρχο τον είχε σκοτώσει πριν από αυτή τη διάδοση ο Αρμόδιος. Άλλος θρύλος για το θάνατο του Ανακρέοντα λέει πως πνίγηκε από μια ρώγα σταφυλιού, αν αυτό δεν είναι σύγχυση με το θάνατο του Σοφοκλή.
ΑΝΑΧΑΡΣΙΣ: Ο προληπτικός αδερφός του βασιλιά της Σκυθίας Σαύλιος, επειδή νόμιζε ότι θέλει ο αδερφός του να μεταφέρει τη λατρεία των Ελευσινίων της Αθήνας στη Σκυθία, τον σκότωσε με τόξο, κατηγορώντας τον για ασέβεια.
ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ: Φονεύθηκε κατά την άλωση των Συρακουσών από αγροίκο και βάρβαρο στρατιώτη, τον οποίο θέλησε να διώξει από το εργαστήριο του για να μην του διακόψει τις σκέψεις του, λέγοντας το γνωστότατο από τότε: "Μη μου τους κύκλους τάραττε".
ΒΙΑΣ: Βρήκε θάνατο στις επάλξεις του καθήκοντος, αφού μίλησε για πολλή ώρα , αν και υπέργηρος, υπερασπίζοντας κάποιον ενώπιον του δικαστηρίου, έγειρε, μετά το τέλος του λόγου του, το κεφάλι του στην αγκαλιά του εγγονού του και πέθανε.
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ: Καταδικάστηκε με απαίτηση του Αντίπατρου σε θάνατο και κατέφυγε στο ναό του Ποσειδώνα στην Καλαυρία, ήπιε δηλητήριο και πέθανε.
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: Πέθανε ξαφνικά στην Αρεθούσα, πολύ κοντά στην Αμφίπολη, κατασπαραγμένος από άγριους σκύλους του βασιλιά Αρχέλαου του οποίου ήταν φιλοξενούμενος.
ΖΗΝΩΝ: Υποβλήθηκε σε μαρτυρικό θάνατο από άγριο κοπάνισμα μέσα σε μεγάλο γουδί, ύστερα από διαταγή του τυράννου Ελέας Νέαρχου!
ΗΣΙΟΔΟΣ: Πήγε στη Λοκρίδα και έμεινε στο σπίτι κάποιου Μιλήσιου. Εκεί φονεύθηκε από τους γιους του Μιλήσιου, οι οποίοι νόμιζαν ότι ατίμασε την αδερφή τους και το σώμα του το έριξαν στη θάλασσα.
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ: Δολοφονήθηκε, διότι στρατηγεύοντας στην εκστρατεία της Αμφίπολης δεν μπόρεσε να σώσει την πόλη από τους Σπαρτιάτες και το στρατηγό τους Βρασίδα.
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ: Αυτοκτόνησε με θάνατο από ασιτία, μετά την ήττα των Αθηναίων στη Χαιρώνα.
ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΣ: (Κορίνθιος) Παρανοϊκή μορφή φιλοσόφου, θέλοντας να εξαφανίσει, σε μεγάλη ηλικία, κάθε ίχνος του, διέταξε δυο έμπιστους σωματοφύλακες να παραφυλάξουν τη νύχτα ένα ορισμένο σημείο και να σκοτώσουν τον πρώτο διαβάτη που θα περνούσε από εκεί και αμέσως να τον θάψουν. Την ίδια εντολή είχε δώσει σε άλλους τέσσερις, να σκοτώσουν σε μικρή απόσταση τους δύο πρώτους, και σε άλλους οκτώ να σκοτώσουν σε μεγαλύτερη απόσταση τους τέσσερις προηγούμενους! Η διαταγή εξετελέσθη και έτσι έμεινε άγνωστος ο τάφος του Περίανδρου, διότι ο διαβάτης που πέρασε από εκεί μεταμφιεσμένο σε χωρικό ήταν ο ίδιος ο Περίανδρος!
ΠΟΛΥΒΙΟΣ: Πέφτοντας από το άλογο του με πολλά τραύματα άφησε την τελευταία του πνοή.
ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ: Κάηκε μέσα στο σπίτι του από τη φωτιά που έβαλε ο Κύλων με μια ομάδα επαναστατών.
ΣΑΠΦΩ: Γκρεμίστηκε από ένα βράχο στο ακρωτήριο Λευκάτα (στη Λευκάδα), ύστερα από ερωτική απογοήτευση που δοκίμασε τον ωραίο αλλά ακατάδεχτο ναυτικό Φάωνα.
ΣΟΦΟΚΛΗΣ: Πνίγηκε καταπίνοντας μια ρώγα σταφυλιού.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Καταδικάστηκε από το Αθηναϊκό δικαστήριο σε θάνατο με κώνειο. (Μετά την απόφαση που τον καταδίκαζε να πιει το κώνειο, οι φίλοι του είπαν στον Σωκράτη: -"Οι Αθηναίοι σε καταδίκασαν σε θάνατο"!
Κι ο Σωκράτης απάντησε:  -"Κι αυτούς τους καταδίκασε η φύση".
Με 281 ψήφους εναντίον 275, δηλαδή με πλειοψηφία 6 μονάχα ψήφων, ο Σωκράτης κηρύχτηκε ένοχος. Οι δικαστές τον ρώτησαν ποια ποινή προτιμούσε να του επιβληθεί και εκείνος ζήτησε με κάποια ειρωνεία, μια τιμητική αμοιβή. Τους απάντησε: "Να σιτίζομαι στο Πρυτανείο".)
ΧΙΛΩΝ: Πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία στην Πίσα από υπερβολική χαρά, που του δημιουργήθηκε όταν αγκάλιασε το γιο του, που επέστρεψε από την Ολυμπία νικητής στο αγώνισμα της πυγμαχίας.
(Από: topeiraxtiri.blogspot.com)

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Η γέννηση της Γελοιογραφίας στην αρχαία Ελλάδα

  
    
Το γέλιο δεν είναι μόνο μια φυσική ψυχοσωματική εκδήλωση του ανθρώπου ως προσώπου και ως κοινωνικής οντότητας, αλλά και ένα θεμελιώδες στοιχείο πολιτισμού. ΄Όμως, ενώ η ύπαρξή του παρατηρείται σε όλες ανεξαιρέτως τις φυλές και τα  έθνη του κόσμου, τα αίτια που το προκαλούν απαντώνται για πρώτη φορά  στην πλέον σύνθετη και τεχνοποιημένη μορφή τους αποκλειστικά στην Ελληνική αρχαιότητα.
 
   Πέρα από τα θεατρικά είδη της κωμωδίας, των φλυάκων, των κλαυσιγελώτων, αλλά και των λογοπαιγνίων, των σοφισμάτων, των ανεκδότων και των σκωμμάτων, το κεφάλαιο του χιούμορ στην αρχαία Ελλάδα περιλαμβάνει και την γελοιογραφία ως κατ’ εξοχήν επινόηση των προγόνων μας.
  Η απεικόνιση μιας σκηνής ή μιας απλής μορφής που προκαλεί ευθυμία, ανεξάρτητα απ’ το εάν και κατά πόσον έχει ιστορική ή φανταστική προέλευση, συνετελείτο τόσο δια της γλυπτικής όσο και δια της ζωγραφικής – και δη της αγγειογραφίας. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μεταξύ άλλων διάφορα πήλινα ειδώλια που αναπαριστούν χαρακτηριστικούς τύπους της Αθηναϊκής κωμωδίας, όπου κατά κόρον αποτυπώνονται με απόλυτη μιμητική τελειότητα οι συνήθεις μορφασμοί και οι στάσεις του σώματος που υποδηλούν καταστάσεις όπως θλίψη, πανουργία, περίσκεψη, ειρωνεία, οργή, σαρκασμό κ.ο.κ. Ωστόσο τα πλέον ασφαλή συμπεράσματα για την υφή και τους σκοπούς που εξυπηρετούσε η αρχαία γελοιογραφία είναι δυνατόν να εξαχθούν κυρίως από την μελέτη των σωζομένων ζωγραφικών παραστάσεων με χιουμοριστικό περιεχόμενο που χρονολογούνται ως επί το πλείστον στον 5ο και τον 4ο αιώνα π.Χ., χωρίς αυτό απαραίτητα να σημαίνει ότι σε προγενέστερες εποχές η γελοιογραφική τέχνη και η αισθητική της  ήταν ανύπαρκτες. Κωμικά στοιχεία εντοπίζονται και σε ζωγραφικά και γλυπτικά έργα που ανάγονται όχι μόνο στη Γεωμετρική αλλά ακόμα και στην Προϊστορική περίοδο. Ίσως η αδυναμία αμέσου εντοπισμού των στοιχείων αυτών να οφείλεται στο πρίσμα της «σοβαρής» επεξεργασίας των αρχαιολογικών δεδομένων τους μέσα από το οποίο τα προσεγγίζουμε. Συνεπώς είναι λίαν πιθανό σ’ ένα πήλινο ή λίθινο ειδώλιο της Νεολιθικής Εποχής λ.χ. η επιτηδευμένη επιμήκυνση των άκρων ή της κεφαλής του σώματος και ο έντονος τονισμός ή η παραμόρφωση των χαρακτηριστικών του προσώπου να εμφαίνουν τη διάθεση του δημιουργού τους να προκαλέσει μαζί με άλλα συναισθήματα και τον γέλωτα στα μέλη της κοινότητός του. Η ιδέα αυτή μέσα από τη διήθηση του χρόνου και των ηθών που ανεπτύχθησαν φθάνει μέχρι την Κλασσική Εποχή, που αποτελεί κομβικό σημείο στην ιστορία όλων των Τεχνών. Η από αιώνες ήδη συγκροτημένη και καταγεγραμμένη μυθολογική και ιστορική παράδοση, η πολιτικές συγκυρίες, τα κοινωνικά φαινόμενα, η εξέλιξη της Παιδείας με την εμφάνιση πολλών φιλοσοφικών συστημάτων και φυσικά  το θέατρο και εν προκειμένω η κωμωδία, δίδουν άφθονη «τροφή» στους χρωστήρες των καλλιτεχνών. Όσον αφορά την κωμωδία, δεν είναι διόλου τυχαία η εμμονή πολλών αγγειογελοιογράφων να ακολουθούν τη μόδα που κατά καιρούς θέσπιζαν οι κωμωδιογράφοι και δη ο Αριστοφάνης με τα έργα που παρουσίαζε. Αυτό προκύπτει από την παρατήρηση παραστάσεων σε μελανόμορφους αττικούς αμφορείς και οινοχόες στις οποίες – με μπορντούρα τον γνωστό διονυσιακό κισσό – απεικονίζονται μορφές προερχόμενες από τους χορούς των «Ιππέων», των «Ορνίθων» και του «Πλούτου». Στη συνάφεια αυτή δεν είναι επίσης τυχαίο ότι οι πλέον συνήθεις πρωταγωνιστές των γελοιογραφιών αυτής της κατηγορίας είναι οι Σάτυροι και οι Μαινάδες, αφού τα θέματά τους αντλούνται από τον διονυσιακό κύκλο. Μια δεύτερη κατηγορία παραστάσεων είναι αυτή που περιλαμβάνει παντός είδους αγγεία στις εξωτερικές όψεις των οποίων διακωμωδούνται και άλλα πρόσωπα και όντα της Μυθολογίας, όπως ο Ηρακλής και ο κένταυρος Χείρων, ή του ιστορικού γίγνεσθαι, όπως αυτό παραδίδεται μέσα από τα  Έπη (π.χ. Οδυσσέας, Κίρκη). Στην Τρίτη κατηγορία εντάσσονται οι απεικονίσεις ανωνύμων προσώπων που αποτελούν χαρακτηριστικούς τύπους της καθημερινής ζωής, όπως λ.χ. ο μέθυσος, ο δούλος, ο συμποσιάρχης, ο κλέφτης, ο ερωτύλος, κ.α..
   Η ιδιαίτερη υφή των αρχαίων γελοιογραφιών αντανακλά εκτός από το  πρωτότυπο και πνευματώδες χιούμορ των προγόνων μας την ιδιότυπη ψυχοσύνθεσή και την αδογμάτιστη αντίληψή τους για τη ζωή και τον κόσμο. Η δεκτικότητά τους στα θέματα που οι παραστάσεις αυτές απεικόνιζαν δεν διέφερε από την δεκτικότητα που έδειχναν στα φαινόμενα του πολιτικού, θρησκευτικού και κοινωνικού βίου τους. Απ’ την άλλη οι εικαστικοί δημιουργοί στην προσπάθειά τους να αρθρώσουν λόγο δια της εικόνας ακολουθούσαν τις δοκιμασμένες μεθόδους των κωμικών ποιητών: καυτηρίαζαν, διακωμωδούσαν και σατίριζαν πρόσωπα και πράγματα κάθε φορά που το έκριναν απαραίτητο. Το βασικό όπλο τους, που ταυτόχρονα έδινε και μια δόση ζωντάνιας στις παραστάσεις τους ήταν το στοιχείο της υπερβολής στα χαρακτηριστικά των μορφών που ζωγράφιζαν. Τα υπερμεγέθη γεννητικά μόρια, τα καχεκτικά σώματα ηρώων, τα έντονα συναισθηματικά γνωρίσματα και τα αντιστρόφως ανάλογα με τις παραδόσεις πρόσωπα, ζώα και αντικείμενα είναι μερικά από τα συνήθη περιεχόμενα των γελοιογραφιών. Η τοποθέτησή τους μέσα στις παραστάσεις και το νόημα που τους αποδιδόταν ασφαλώς δεν αποσκοπούσαν μόνο στη σάτιρα ή μόνο στην πρόκληση γέλωτος. Αυτό ήταν το ένα σκέλος του σκοπού της φιλοτεχνήσεως των γελοιογραφιών (άλλωστε ελάχιστοι «ξεκαρδίζονται» βλέποντας μια γελοιογραφία). Το έτερο σκέλος, και σημαντικότερο, ήταν να δοθούν αφορμές στον θεατή της εικόνας να προβληματιστεί πάνω στο θέμα του περιεχομένου της, που μπορεί να αφορά τόσο το κοινωνικό περιβάλλον , όσο και τον ίδιο προσωπικά . Όπως και στο δράμα η κάθαρση επέρχεται με την αποκατάσταση της ηθικής τάξεως, έτσι και στην γελοιογραφία το καθαρτήριο αποτέλεσμα συνίσταται απ’ τον γέλωτα και την αποκρυστάλλωση ορθής κρίσης για τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Η «άλλη πλευρά» της αλήθειας που αποκαλύπτεται μέσα από τον αστεϊσμό την καθιστά πιο ευσύνοπτη και εύληπτη.
   Με τα δεδομένα αυτά η τέχνη της γελοιογραφίας ακολούθησε έκτοτε μια μεγάλη χρονική πορεία που φθάνει μέχρι τις μέρες μας, διατηρώντας πάντα τις ρίζες της στην αρχαία Ελληνική εικαστική παράδοση. Όπως εύστοχα σημειώνει και ο γνωστός σύγχρονος Έλληνας γελοιογράφος Κώστας Βλάχος στο λεύκωμα του για την Παγκόσμια Έκθεση Γελοιογραφίας του 1996: «Κατά τη μεγάλη αυτή διαδρομή των 2.500 χρόνων οι γελοιογράφοι όλου του κόσμου, που όπως αποδεικνύεται έχουν πνευματική τους πατρίδα την αρχαία Αθήνα, καταφέρνουν συνδυάζοντας τέχνη και πνεύμα να συντηρήσουν το μοναδικό ανθρώπινο προνόμιο που είναι το χιούμορ».


                                                    Μάριος  Κ. Μαμανέας 
  

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Η δράση ξένων μυστικών υπηρεσιών στην Ελλάδα

   
Η σημερινή παρουσία των ξένων μυστικών υπηρεσιών στη χώρα θεωρείται όχι μόνο κάτι δεδομένο αλλά ο ελλαδικός χώρος έχει μετατραπεί σε πεδίο δράσης δεκάδων ξένων μυστικών υπηρεσιών, μιας που η δική μας ΕΥΠ δε φαίνεται να μπορεί να αναπτύξει σημαντική δράση με την αντικατασκοπεία.
Ανέκαθεν οι ξένες μυστικές υπηρεσίες και κυρίως των Αμερικανών, των Βρετανών αλλά και των Ισραηλινών δρούσαν στη χώρα θεωρώντας ότι ο ελλαδικός χώρος αποτελεί σημείο που μπορούσαν να δράσουν ελεύθερα.
Αν στις παραπάνω μυστικές υπηρεσίες προστεθούν και εκείνες της Τουρκίας, η ΜΙΤ δηλαδή, και κατά καιρούς, οι θεωρητικά διαλυμένες αλβανικές μυστικές υπηρεσίες τότε μπορεί να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της δράσης των ξένων κατασκόπων αλλά και υπηρεσιών στην Ελλάδα.
Ο ελλαδικός χώρος ανέκαθεν θεωρείται από τις αποκαλούμενες συμμαχικές μυστικές υπηρεσίες, ως ιδιαίτερα ευαίσθητος για την ανάπτυξη κατασκοπευτικών ομάδων και υπηρεσιών δεδομένου ότι η γεωστρατηγική θέση της χώρας στα Βαλκάνια αλλά και στη λεκάνη της Μεσογείου ήταν σημαντική.
Από την άλλη πλευρά, η πολιτική που ακολουθήθηκε κατά καιρούς από τις ελληνικές κυβερνήσεις με ιδιαίτερα σχέσεις υποτέλειας στους υπερατλαντικούς συμμάχους και κυρίως από το 1950 και μετά με την εφαρμογή στη χώρα του δόγματος Τρούμαν ήταν απόλυτα καθοριστικές για την ανάπτυξη κυρίως των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών στην Ελλάδα.
Άλλωστε, οι σχέσεις της Ελλάδας με την κυπριακή κυβέρνηση και τον ελληνισμό της Κύπρου σε πολλές περιπτώσεις αποτελούσε τον άξονα για να μην επιτύχουν τα σχέδια των αδέσμευτων κρατών που ήταν αντίβαρο στο ΝΑΤΟ, τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους.
Η αμερικανική CIA αλλά και το FBI που αποτελούν τον άξονα δράσης των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών τόσο στην Ελλάδα όσο και τον υπόλοιπο κόσμο, έχουν αναπτύξει πλέον τέτοια δραστηριότητα στην Ελλάδα που με χαρακτηριστική άνεση, μπαίνουν, ζητούν και απαιτούν ότι θέλουν από τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες .
Βέβαια η CIA θεωρείται μυστική υπηρεσία με πολλές αμαρτίες στην πολυετή της δράση ανά τον κόσμο, ενώ το FBI είναι καθαρά αστυνομική υπηρεσία.
Στην Ελλάδα, και οι δύο αυτές υπηρεσίες είναι πλήρως δικτυωμένες και δρουν οπουδήποτε επιθυμούν με ελάχιστες εξαιρέσεις, όταν κάποιοι έλληνες υπουργοί αποφάσισαν και τους περιόρισαν.
Μάλιστα δεν μπορεί να ξεχάσει κανείς ότι στις 23 Δεκεμβρίου του 1975, η επαναστατική οργάνωση «17 Νοέμβρη», πραγματοποιεί την πρώτη της εμφάνιση στη χώρα με την εκτέλεση του σταθμάρχη της CIA στην Ελλάδα, Ρίτσαρντ Γουέλς, έξω από το σπίτι του στο Παλαιό Ψυχικό.
Γενικά η Ελλάδα θεωρείται ένας από τους πλέον ζωτικούς χώρους των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών στον κόσμο και για το λόγο αυτό ο εκάστοτε σταθμάρχης της CIA στην Ελλάδα αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τον αξιωματούχο που ελέγχει σχεδόν ολόκληρη την περιοχή των Βαλκανίων αλλά και της Μέσης Ανατολής.
Μια άλλη μυστική υπηρεσία που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα από πλευράς αμερικανικών υπηρεσιών είναι η DEA, που ασχολείται θεωρητικά με τη δίωξη των ναρκωτικών.
Πώς γίνεται σχεδόν πάντοτε ο επικεφαλής της υπηρεσίας αυτής να είναι έλληνας απόστρατος της ελληνικής αστυνομίας και μάλιστα στρατηγός, είναι μια άλλη παράμετρος, η οποία αφήνεται στην κρίση του καθενός.
Οι Βρετανοί από την πλευρά τους, υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες δεν φαινόταν ιδιαίτερα διαθέσιμοι να αναπτύξουν μεγάλα κατασκοπευτικά δίκτυα στη χώρα, μιας που στην ουσία αποτελούσαν και οι ίδιοι ελεγχόμενοι από τις αμερικανικές υπηρεσίες.
Όμως αμέσως μετά την εκτέλεση του δικού τους πράκτορα από τη «17 Νοέμβρη», του Σόντερς, το 2001, στη Λεωφόρο Κηφισίας άλλαξαν στάση.

Η αλήθεια είναι ότι η εκτέλεση αυτή έπληξε τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες δεδομένου ότι ο Σόντερς ήταν ένας υπερπράκτορας με διεθνή δράση σε πολέμους όπως εκείνος στη Γιουγκοσλαβία, με δράση στη Λατινική Αμερική, στην Ευρώπη αλλά και σε χώρες της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Έτσι, αμέσως μετά τη δολοφονία του Σόντερς, η Μ16 καταφθάνει στη χώρα «μετά βαΐων και κλάδων». Εγκαθίσταται εδώ και απλώνει τα φτερά της στις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες.
Φυσικά στο παιχνίδι των κατασκόπων δεν λείπουν οι Ισραηλινοί, οι οποίοι κυρίως την περίοδο που η πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου ανέπτυσσε στενές σχέσεις με τις Αραβικές χώρες, βρέθηκαν σε πολύ άσχημη θέση, δεδομένου ότι τότε η ΕΥΠ είχε δημιουργήσει προβλήματα σε υποθέσεις της Μοσάντ στην Αθήνα, την Κρήτη και αλλού.
Στην όλη ανάπτυξη των ξένων μυστικών υπηρεσιών φυσικά δεν είναι δυνατόν να απουσιάζουν και οι γείτονές μας, Τούρκοι. Οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες στην Ελλάδα δεν θα βρισκόντουσαν εδώ, αν η ΕΥΠ δεν βρισκόταν στη διάλυση που βρίσκεται σήμερα, αλλά και αν πρώην υπουργός Δημόσιας Τάξης δεν απέπεμπε ένα από τα καλύτερα στελέχη των υπηρεσιών της κατασκοπίας που η Ελλάδα διαθέτει.
Επιπλέον, αυτή τη στιγμή στο εξωτερικό και κυρίως στη γειτονική Τουρκία δεν πραγματοποιούνται ελληνικές επιχειρήσεις της ΕΥΠ.
Στο χορό των κατασκόπων που διαδραματίζεται στο ελληνικό έδαφος δε μπορεί κανείς να παραβλέψει τη δράση των Αλβανών. Μπορεί σήμερα η Αλβανία να έχει πολλά προβλήματα σαν χώρα, όμως η μυστική της υπηρεσία δρα αθόρυβα και κυρίως στη χώρα μας.
Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις οι αλβανοί πράκτορες στην Ελλάδα, συνεργάζονται τόσο με τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες όσο και με ανθελληνικούς πυρήνες δράσης που αναπτύσσονται μεταξύ των αλλοδαπών, δημιουργώντας πολλά επεισόδια στον ελλαδικό χώρο και κυρίως στις περιοχές που έχουν εγκατασταθεί και έχουν μετατρέψει σε γκέτο, όπως ο Άγιος Παντελεήμονας και η περιοχή της πλατείας Αττικής.

Πηγή: newsbeast.gr

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

H επιστολή των Αγιορειτών προς τον Χίτλερ


  
Εν Αγίω Όρει τη 13/26 Απριλίου 1941

Προς την Αυτού Εξοχότητα τον Αρχικαγκελλάριον
του ενδόξου Γερμανικού Κράτους    
Κύριον Αδόλφον Χίτλερ εις Βερολίνον.

   Εξοχότατε,
   Οι βαθυσεβάστως υποσημειούμενοι Αντιπρόσωποι των Είκοσιν Ιερών Βασιλικών Πατριαρχικών καί Σταυροπηγιακών Μονών του Αγίου Όρους Άθω, λαμβάνομεν την εξαιρετικήν τιμήν ν’ απευθυνθώμεν προς την Υμετέραν Εξοχότητα καί παρακαλέσωμεν Αυτήν θερμώς, όπως, ευαρεστημένη, αναλάβη υπό την Υψηλήν προσωπικήν Αυτής προστασίαν καί κηδεμονίαν τον Ιερόν τούτον Τόπον, του οποίου Ηγούμενοι καί αντιπρόσωποι τυγχάνομεν, διαδεχομένη εν τούτω τους ιδρυτάς καί Ευεργέτας του Ιερού τούτου Τόπου Βυζαντινούς Αυτοκράτορας καί διαδόχους τούτων.  
   Το Άγιον Όρος, Εξοχώτατε, συνέστη εις Πανορθόδοξον μοναχικήν πολιτείαν, εις ήν ανέκαθεν διαβιούν εν αγαστή ομονοία μοναχοί ακωλύτως προσερχόμενοι από διάφορα ορθόδοξα Έθνη, κατά τον Θ΄ μ.Χ. αιώνα, πνευματικώς μέν εξαρτωμένων από του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, πολιτικώς δέ αυτοδιοικούμενον υπό της Ιεράς Συνάξεως των Αντιπροσώπων των Είκοσιν Ιερών καί Κυριάρχων Μονών καί πολιτειακώς υπαγομένων υπό την προστασίαν καί κηδεμονίαν των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων καί των διαδόχων Αυτών.
   Το Αυτονομιακόν τούτο πολίτευμα περιεθριγκώθη δι’ αλλεπαλλήλων τυπικών καί Χρυσοβούλων των ιδρυτών καί ευεργετών των Ιερών μονών Βυζαντινών Αυτοκρατόρων Βασιλείου του Μακεδόνος(882), Ιωάννου Τσιμισκή(972), Κωνσταντίνου Μονομάχου(1046), Στεφάνου Δουσάν(1346) καί άλλων Σλαύων, Ουγγροβλάχων Ηγεμόνων καί των μετέπειτα Σουλτανικών Φιρμανίων τελευταίως δε υπό του Καταστατικού Χάρτου του 1926, ούτινος δύο αντίτυπα εσωκλείομεν.
   Το ουτωσί καθιερωθέν προνομιακόν καί αυτοδιοίκητον καθεστώς του Ιερού τούτου Τόπου, αποτελέσαν αντικείμενον συζητήσεων καί επικυρώσεων διαφόρων διεθνών συνθηκών περιεθριγκώθη τέλος, διά του 62ου άρθρου της Βερολινείου συνθήκης του έτους 1878, έχοντος ούτω, οι μοναχοί του Όρους Άθω οθενδήποτε καί αν κατάγωνται θα διατηρήσωσι τά κτήματα καί τα πρότερα αυτών δικαιώματα καί θ’ απολαύωσιν, άνευ ουδεμιάς εξαιρέσεως, πλήρους ισότητος δικαιωμάτων καί προνομίων.
   Των εν Αγίω Όρει ενασκουμένων Μοναχών, ανεξαρτήτως τόπου προελεύσεως καί Εθνικότητος, σκοπός καί αποστολή καθ’ όλον τον υπερχιλιετή βίον του Αγίου Όρους, υπήρξεν η διατήρησις, προαγωγή καί εξασφάλισις των Ιερών αυτού σκηνωμάτων, η διά της ακαταπονήτου φιλεργίας των εν αυτώ ενασκουμένων μοναχών καλλιέργεια της τε εκκλησιαστικής καί κλασσικής φιλολογίας καί καλλιτεχνίας, ο ασκητικός βίος καί η διηνεκής προσευχή υπέρ του σύμπαντος κόσμου.
   Την διατήρησιν του καθεστώτος τούτου της αυτονόμου μοναχικής πολιτείας, ικανοποιούντος πλήρως άπαντας τους εν Αγίω Όρει ενασκουμένους ανεξαρτήτως εθνικότητος Ορθοδόξους μοναχούς καί εναρμονιζόμενοι προς τον σκοπόν καί την αποστολήν αυτών, παρακαλούμεν καί ικετεύομεν θερμώς την Υμετέραν Εξοχότητα όπως αναλάβη υπό την υψηλήν προστασίαν καί κηδεμονίαν Αυτής.

   Τον Βασιλέα των Βασιλευόντων καί Κύριον των Κυριευόντων εξ όλης ψυχής καί καρδίας ικετεύοντες, όπως επιδαψιλεύση τη Υμετέρα Εξοχότητι υγείαν καί μακροημέρευσιν επ’ αγαθώ του ενδόξου Γερμανικού Έθνους.

                                                                  Υποσημειούμεθα βαθυσεβάστως
  
  

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Η αρχαία Ελληνική Τέχνη στην Ινδική χερσόνησο


   Αφορμή για την παρουσίαση των αρχαίων Ελληνικών επιδράσεων στη θρησκευτική τέχνη των οπαδών του Βούδδα, ελήφθη από την εξόχως ενδιαφέρουσα Έκθεση γλυπτών και διαφόρων άλλων καλλιτεχνημάτων με τίτλο «Ο Ελληνισμός στα σταυροδρόμια της Ασίας», που λειτουργεί στο Μουσείο Ασιατικής Τέχνης στην πόλη της Κερκύρας. Τα εκθέματα στο σύνολό τους προέρχονται από την ιδιωτική συλλογή του Γ. Χατζηβασιλείου, ενός λογίου ευπατρίδη, ο οποίος, με δικά του έξοδα, αγόρασε από τις Ινδίες και μετέφερε για να δωρίσει τελικά στο Μουσείο, μια σειρά από εικαστικά έργα, που εμφανίζουν την πολιτισμική σφραγίδα του Ελληνισμού από τον 3ο π. Χ. έως και τον 5ο μ. Χ. αιώνα στην κεντρική και νότια Ασία.
   Η μοναδικότητα των γλυπτών αυτών, που ταυτόχρονα συνιστά και την καταλυτικότερη Ελληνική επίδραση στην δημιουργία τους, έγκειται στο γεγονός ότι, από χρονολογικής απόψεως, είναι τα πρώτα δείγματα έργων τέχνης του Βουδδισμού, όπως αυτή άρχισε να συγκροτείται από το 300 π.Χ. περίπου στην ινδική επαρχία της Γκαντάρα. Βεβαίως, ο Βούδδας Σιντάρτα Γκαουτάμα είχε ζήσει και δραστηριοποιηθεί τον 6ο αιώνα π.Χ. και, σύμφωνα με τις σωζώμενες παραδόσεις, είχε απαγορεύσει στους συγχρόνους και μεταγενεστέρους οπαδούς του κάθε εξεικόνιση της μορφής του. Εντούτοις, προϊόντος του χρόνου, αφ’ ενός μεν η απαγόρευση αυτή ατόνισε, αφ’ ετέρου δε τα ήδη πανάρχαια Ελληνικά πολιτισμικά στοιχεία, που ενδυναμώθηκαν κατά την περίοδο της επαφής των υπό τον Μ. Αλέξανδρο Ελλήνων με τους ντόπιους λαούς και την κουλτούρα τους, βρίσκονται ανάγλυφα επάνω στα υπό εξέταση τεχνήματα.
   Για τις Ελληνικές προϊστορικές πολιτισμικές επιδράσεις στους λαούς και τις χώρες της ινδικής χερσονήσου κάνουν λόγο πολλοί αρχαίοι ιστορικοί συγγραφείς: ο Στράβων (Γεωγραφικά 3–15), ο Νόννος (Διονυσιακά), ο Αρριανός (Αλεξάνδρου Ανάβασις, Ινδικά), ο Απολλόδωρος (Μυθολογία), ο Διόδωρος ο Σικελιώτης και ο Φιλόστρατος (Βίος Απολλωνίου Τυανέως) αναφέρονται σαφώς στην  μετάβαση και εγκατάσταση στα βόρεια της Ινδίας πανάρχαιών Ελλήνων εκπολιτιστών ήδη από το 7.500 π.Χ. Ο πρώτος αποικισμός  είχε συντελεσθεί σύμφωνα με τις πηγές, από τον Διόνυσο, ενώ ο δεύτερος από τον Ηρακλή και φέρεται σύγχρονος με την εμφάνιση των πολιτισμών του Μοχέντζο Ντάρο και της Χαράππα, όπου τα στοιχεία ελληνικής – αιγαιακής τεχνοτροπίας, γραμμικών γραφών  και πολεοδομίας είναι έκδηλα.



   Η επαρχία Γκαντάρα (ονομασία Ελληνική, όπως και η ομώνυμη πόλη Γάδαρα της Παλαιστίνης, αλλά και η Γαδείρα – σημερινή ονομασία: Αγαδίρ – του Μαρόκου), ανήκει σήμερα κατά το μεγαλύτερο μέρος της στο Πακιστάν. Από τα χρόνια του βασιλέως Ασόκα και μεταγενέστερα έγινε ο κυριότερος χώρος πολιτισμικών ζυμώσεων και υϊοθετήσεως των Ελληνικών καλλιτεχνικών μοτίβων από τους βουδδιστές νομάδες Κουσάν, που από τον 2ο π. Χ. αιώνα διαδέχθηκαν τους Έλληνες σε όλο το εύρος και το πλάτος των δύο παλαιοτέρων Ελληνιστικών βασιλείων, της Βακτριανής και του Ινδού, όπου και το πλείστον της εκτάσεως της Γκαντάρα. Ωστόσο, η έντονη παρουσία του Ελληνικού Πολιτισμού δεν έπαυσε, παρά μόνον πολύ αργότερα με την προς ανατολάς εξάπλωση της ισλαμικής θρησκείας. Αξιολογότερα κέντρα της τέχνης της Γκαντάρα υπήρξαν η Χατζάρα, το Ραβαλπίντι, η Πουρουσαπούρα (Πεσσαβάρ) και η Ταξίλα. Στις δύο τελευταίες φιλοτεχνήθηκαν και τα πλέον άξια προσοχής «ελληνο-βουδδιστικά» γλυπτά σε γκρίζο σχιστόλιθο. Ο ενισχυμένος από τα Ελληνικά στοιχεία «γκανταρινός» ρυθμός παρουσιάζει τις μορφές του Βούδδα να φορούν μανδύες και χιτώνες που φθάνουν έως κάτω από το γόνατο. Η εικόνα των ενδυμάτων δεν διαφέρει σε τίποτα από αυτήν των αντιστοίχων Ελληνικών. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο συγγραφέας Μάϊκλ Ρίντλεϋ στο έργο του «The Art of Buddhism» - (Dorset, 1978),: «το κεφάλι του Βούδδα, (ενν. της «γκανταρινής Σχολής») θυμίζει την Ελληνική απόδοση της κεφαλής του Απόλλωνα». Σημειώτεον, ότι είναι αμφίβολο, εάν και κατά πόσον ο βρετανός συγγραφέας γνώριζε την ύπαρξη της συλλογής Χατζηβασιλείου, όταν συνέτασσε το έργο του.
    Εξετάζοντας περαιτέρω την πρωτόγλυπτη απεικόνιση του Βούδδα, παρατηρούμε ότι και ο ηλιακός δίσκος όπισθέν του, αλλά και ο κρωβύλος (κότσος) στο άνω μέρος της κεφαλής του (βλ. φωτογραφίες) αποτελούν σαφείς Ελληνικές επιδράσεις, που δεν σταματούν εκεί, καθώς πληθώρα άλλων στοιχείων της αρχαίας μας παραδόσεως, εισφρύει δυναμικά στο βουδδιστικό γίγνεσθαι. Παραστάσεις προερχόμενες από τη Διονυσιακή θεματογραφία, μορφές Ατλάντων και Ερώτων (βλ. φωτογραφίες) αλλά και αρχαίες θεότητες, όπως η Τύχη, με τη μορφή της θεάς «Χαρίτι» (της αρχαίας Ελληνικής Χάριτος!), προστάτιδος της παραγωγής και του πλούτου, αλλά και αρχιτεκτονικά στοιχεία, συνθέτουν ένα πολύπλευρο σκηνικό θρησκευτικής τέχνης, που όχι μόνο διακρατήθηκε στην περιοχή που το έπλασε, αλλά επεκτάθηκε εκείθεν στο Βελουχιστάν, στην Κεντρική Ασία, στην Κίνα, ακόμη και στην Ιαπωνία και την Κορέα. Μετά τον 6ο μ. Χ. αιώνα με την βαθμιαία επικράτηση του ρυθμού «Γκούπτα», της πλέον μυστικιστικής τάσεως στη βουδδιστική τέχνη, που ξεκίνησε στην περιοχή της Μαθούρα, στην ινδική ενδοχώρα, ο «γκανταρινός» ρυθμός άρχισε να φθίνει. Πάντως δεν ξεχάστηκε, αφού τα τεχνήματα του υπάρχουν έως σήμερα.

                                                                                                                                                Μ. Κ. Μ.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Οι βυθισμένες πόλεις της Ελλάδας

  

Η αντίληψη που επικρατεί στο ευρύ κοινό σχετικά με την υποβρύχια αρχαιολογία είναι σε μεγάλο βαθμό εσφαλμένη, καθώς το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται κυρίως στην ανακάλυψη και μελέτη των πλοίων και των περιεχομένων τους. Ωστόσο το ενδιαφέρον της εναλίας αρχαιολογίας δεν περιορίζεται μόνο στα ναυάγια, αλλά επεκτείνεται και στην έρευνα αγνώστων πολλές φορές οικισμών και βυθισμένων λιμανιών. Τα βυθισμένα οικιστικά συγκροτήματα του ελλαδικού χώρου δεν περιβάλλονται βεβαίως από το μυστήριο που γοητεύει πολλούς, όπως η υπόθεση της χαμένης Ατλαντίδος, αλλά συμπληρώνουν καίρια τον  αρχαιολογικό ιστό της χώρας και παρέχουν πολύτιμα  πληροφοριακά στοιχεία για την ιστορία, το εμπόριο, τις πληθυσμιακές μετακινήσεις, τη γεωλογία και το κλίμα του Αιγαιακού περιβάλλοντος στο οποίο κυρίως έχουν εντοπιστεί.

   Οι ήδη γνωστές υποβρύχιες αρχαιολογικές θέσεις κατά μήκος των ακτογραμμών της Ελλαδικής επικρατείας καλύπτουν το χρονολογικό πεδίο από την προϊστορική εποχή μέχρι και την πρώιμη βυζαντινή. Συνοπτικά είναι οι παρακάτω:                                     
   Σαλάντι Αργολίδος. Ο προϊστορικός οικισμός βρίσκεται στο μέσον του όρμου των Διδύμων, λίγο βορειότερα του γνωστού σπηλαίου Φράγχθι. Εκτείνεται με κατεύθυνση βορειοδυτικά - νοτιοανατολικά σε μία ζώνη μήκους 400 και πλάτους 30 μ. περίπου κατά μήκος της παραλίας και μέχρι την ισοβαθή των 4 μ. κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Λόγω των αλουβιακών αποθέσεων στο μυχό του όρμου και της ανόδου του επιπέδου της στάθμης του ύδατος η συνολική έκταση του οικισμού δεν είναι δυνατόν προς το παρόν να προσδιοριστεί. Η επιφανειακή έρευνα, που έγινε το 1998 από τους αρχαιολόγους της Εφορίας Εναλίων Αρχαιοτήτων Δ. Χανιώτη και Α. Τεγονίδου και Χ. Αγουρίδη το 2000, έδειξε ότι ο οικισμός θα πρέπει να καταλάμβανε μια έκταση 20 στρεμμάτων περίπου και να βρισκόταν κατά την πρώιμη Εποχή του Χαλκού σε χαμηλή κοιλάδα και σε αρκετή απόσταση από τη θάλασσα, κρίνοντας από την ελαφρά κλίση του βυθού. Οι τοίχοι θεμελιώσεως των κτηρίων του οικισμού που είναι ορατοί σήμερα στην επιφάνεια του βυθού είναι κατασκευασμένοι από αργούς λίθους και είναι κυρίως δύο τύπων: διπλοί, πάχους 50 – 60 εκατοστών με ενδιάμεσο γέμισμα και μονοί πάχους 30 εκ. Στον δεύτερο τύπο ανήκει και ημικυκλικό κτίσμα διαμέτρου 4 μ. Αμφότεροι οι παραπάνω τύποι συναντώνται συχνά σε οικισμούς της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος κατά την πρώιμη Χαλκοκρατία.
Από την κεραμική που ανευρέθη, όπου κυριαρχούν οι ραμφόστομες φιάλες, τα χονδροειδή αγγεία οικιακής χρήσεως, τα ανοικτά αγγεία με ανάγλυφες ταινίες στο άνω μέρος τους καθώς και μυλόλιθοι και τρυπητήρια από ηφαιστειακό υλικό του Σαρωνικού, ο οικισμός χρονολογείται στην πρώιμη Εποχή του Χαλκού και μάλιστα στην δεύτερη και πιο ώριμη φάση της.
   Πλατυγιάλι Αστακού. Ο χώρος αυτός σε οδική απόσταση 12 χλμ. νότια του Αστακού Αιτωλοακαρνανίας εντοπίζεται μεταξύ των ακρωτηρίων Κάρλο Γλώσσα και Στενή Γωνιά. Το πλάτος του όρμου είναι 1 χλμ., ενώ η θάλασσα εισδύει σ’ αυτόν περίπου 2 χλμ. Η είσοδός του προστατεύεται από τις νησίδες του συμπλέγματος των Εχινάδων. Τόσο μέσα στην θάλασσα, όσο και στην παραλία υπάρχουν πηγές γλυκού νερού. Η υποθαλάσσια έρευνα στην περιοχή είχε ξεκινήσει με αφορμή τον προγραμματισμό κατασκευής στον ομώνυμο όρμο διαλυτηρίου πλοίων από την ΕΤΒΑ και διήρκεσε από τον Ιούλιο έως το Δεκέμβριο του 1986. Αξιοπρόσεκτο εύρημα είναι ο ταφικός εγχυτρισμός ενός βρέφους. Ο προϊστορικός οικισμός βρισκόταν στο μυχό του κόλπου σε σημείο που και προ της βυθίσεώς του πρέπει να ήταν χαμηλή κοιλάδα. Οι λόγοι της καταβύθισης παραμένουν ουσιαστικά άγνωστοι, αφού η εξακρίβωσή τους προϋποθέτει γεωλογική μελέτη. Τοίχοι κτισμάτων διακρίνονταν σε μια ζώνη 400 μ. παράλληλα προς την ακτογραμμή και σε απόσταση 130 μ. απ’ αυτήν, τουλάχιστον ως την ισοβαθή των 5 μ. Μερικοί απ’ αυτούς συνεχίζονταν και στην παραλία σε αρκετό βάθος κάτω από το έδαφος. Το τμήμα του οικισμού που καλύπτεται από τη θάλασσα έχει έκταση περίπου 50 στρεμμάτων και καταποντίστηκε πριν από 4.500 χρόνια. Η οριστικά του εξαφάνιση ωστόσο επήλθε με την εγκατάσταση του διαλυτηρίου πλοίων, που συντελέστηκε εξ αιτίας της παχυδερμικής νοοτροπίας που, ως γνωστόν, βασιλεύει στο θλιβερό κράτος μας, αλλά και με τις «ευλογίες» της θανούσης υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη.
Πουνταζέζα Λαυρίου. Πρόκειται για παραθαλάσσιο οικισμό του αρχαίου δήμου Σουνίου της Λαυρεωτικής και ταυτίζεται με τον Πορθμό των Σαλαμινίων που αναφέρεται σε επιγραφές του 363 π.Χ. από την αρχαία Αγορά Αθηνών. Ο οικισμός φαίνεται να εκτεινόταν στην ευρύτερη περιοχή του λόφου της Πουνταζέζας καταλήγοντας ομαλά προς τη θάλασσα. Στον πορθμό οι εύποροι δημότες, που ανήκαν στο γένος των Σαλαμινίων φαίνεται να είχαν στην κατοχή τους καλλιεργήσιμη γη, αλώνι, πηγάδι, δύο οικίες, τέμενος άγνωστης θεότητας καθώς και τέμενος του Ηρακλέους. Οι πρόσφατες έρευνες απέδειξαν ότι στην περιοχή υπήρξε έντονη γεωργοκτηνοτροφική, αλλά και μεταλλευτική δραστηριότητα. Σήμερα ένα μέρος του παραθαλασσίου τμήματος του οικισμού είναι καταποντισμένο λόγω της ανόδου της στάθμης της θάλασσας. Τα κυριότερα λείψανα εντοπίζονται στη βορειοανατολική πλευρά και καταλαμβάνουν μια έκταση 110 X 35 μ. Εκεί παρατηρούνται τοίχοι κτισμάτων από πωρόλιθο εγκάρσιοι, αλλά και παράλληλοι προς την ακτογραμμή. Το ύψος τους είναι περίπου 40 εκ. Επίσης σε απόσταση 25 μ. από την ακτή σε βάθος 1,85 μ. εντοπίζονται απομεινάρια τετραγώνου λίθινου οικοδομήματος (προφανώς δημοσίου κτηρίου) διαστάσεων 9,65 X 9,65 μ. Η ακμή του οικισμού ανάγεται στους κλασσικούς χρόνους.
   Λιμάνι Αβδήρων. Μέσα στο σύγχρονο λιμενίσκο της κοινότητας των Αβδήρων πραγματοποιήθηκε το 1992 η υποβρύχια έρευνα του αρχαίου λιμενοβραχίονα, που αν και αρκετά φθαρμένος σώζει σε μεγάλο βαθμό το αρχικό σχήμα και μέγεθός του. Έχει μήκος περίπου 170 μ. και κατεύθυνση από ανατολάς προς δυσμάς. Κατά την πρώτη ανασκαφική περίοδο διαπιστώθηκε κατ’ αρχήν η ύπαρξη δύο τουλάχιστον οικοδομικών φάσεων. Στην πρώτη φαίνεται να ανήκη ένας λιμενοβραχίονας πλάτους 8 μέτρων δομημένος με λιθοπλίνθους από γρανίτη και ελαφρά κλίση προς τον βορρά. Εξωτερικά του σημείου που γωνιάζει εντοπίστηκαν δύο ημικυκλικοί πύργοι διαμέτρου 10 και 13 μ. Στην νεότερη φάση του λιμανιού ανήκει η προς την λιμενολεκάνη επέκτασή του πλάτους 3 – 3,5 μ. που εφάπτεται στην εσωτερική πορεία της αρχαιότερης φάσης και είναι κατασκευασμένη επίσης από μεγάλους γρανιτένιους λιθοπλίνθους.
   Μεθώνη (οικισμός Μέσης Εποχής του Χαλκού). Περί τα μέσα της δεκαετίας του ’80 στον κόλπο της Μεθώνης, σε απόσταση 300 μ. από το δημοτικό κάμπινγκ και σε βάθος 3,5 έως 5,5 μ. εντοπίστηκαν εκτεταμένα οικοδομικά λείψανα και συστάδες. Η έκταση του οικισμού είναι περίπου 100 στρέμματα. Οι τοίχοι σώζονται, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε ύψος τεσσάρων δόμων αποτελούνται δε κατά κανόνα από πλακόσχημες πέτρες. Η τοιχοδομία αυτή συγκροτείται κυρίως από διπλές σειρές λίθων. Σε λίγες περιπτώσεις εμφανίζεται μόνο μία σειρά αποτελούμενη από ακατέργαστους ογκόλιθους. Σημαντικό στοιχείο για την προϊστορική χρονολόγηση του ευρήματος υπήρξε τοίχος σε διάταξη «ιχθυόκανθους» που πορεύεται δυτικά από μεγάλο κυκλικό οικοδόμημα. Η γενική εικόνα των λειψάνων συνηγορεί υπέρ της πιθανότητας καταβυθίσεως λόγω σεισμού. Από το 1990 διεξάγεται συστηματική έρευνα στον εν λόγω χώρο, όπου αξίζει να σημειωθεί ότι έχει βρεθεί μια λίθινη προϊστορική άγκυρα ενσωματωμένη σε τοίχο, καθώς και υπολείμματα ταφικού εγχυτρισμού δύο νηπίων. Οι υπάρχουσες ιστορικές πληροφορίες για την περιοχή είναι αξιολογότατες. Κατά την εποχή των Τρωικών ονομαζόταν Πήδασος. Ο Στράβων την αναφέρει ως «Πήδασον αμπελόεσσαν». Τα δύο σπουδαιότερα ιερά της πόλης ήταν ο μεν ναός της Ανεμώτιδος Αθηνάς, όπου υπήρχε και ανδριάντας του Διομήδους και ο δε ναός της Αρτέμιδος, όπου και το υπό του Αναχάρσιδος αναφερόμενο φρέαρ από το οποίο αντλούσαν νερό αναμεμιγμένο με πίσσα. Ίσως να πρόκειται για την πρώτη ένδειξη κοιτάσματος πετρελαίου στον ελλαδικό χώρο.
   Πλύτρα Λακωνίας. Βρίσκεται στη δυτική πλευρά της χερσονήσου Επιδαύρου Λιμηράς μεταξύ των όρμων Σκοτεινός και Άρασμα στο Λακωνικό Κόλπο και ταυτίζεται με την αρχαία πολίχνη των Ελευθερολακώνων Ασωπού. Η περιοχή που κατά την αρχαιότητα πρέπει να βρισκόταν περίπου 3 μέτρα ψηλότερα από τη σημερινή στάθμη της θάλασσας είναι διάσπαρτη με αρχαία κτήρια. Είναι τυπικό παράδειγμα αρχαιολογικού χώρου που έχει διαταραχθεί λόγω τεκτονικών φαινομένων και που σήμερα βρίσκεται βυθισμένος μέχρι και το βάθος των 7 μέτρων Κατά μήκος του πρανούς της ανατολικής ακτής είναι ορατά τα σημεία όπου έχει αποκοπεί από τη στεριά. Έχουν βρεθεί ανθρώπινα οστά αναμεμιγμένα με κεραμικά που ενδεικνύουν το απότομον της καταστροφής που είχε επέλθη. Η συνεχής διάβρωση της παράκτιας περιοχής αποκαλύπτει οικοδομήματα με εντυπωσιακά ψηφιδωτά δάπεδα καθώς και αρχαίους τοίχους που συνεχίζουν κάτω από τη θάλασσα. Τα πλείστα των οικοδομικών λειψάνων που υφίστανται στον πυθμένα του κόλπου χρονολογούνται από την ελληνιστική έως την παλαιοχριστιανική περίοδο. Απ’ αυτά ξεχωρίζουν ένα πηγάδι δομημένο με λίθους και υδραυλικό κονίαμα, ο αρχαίος λιμενοβραχίονας και ο έπ’ αυτού οχυρωματικός πύργος ή φάρος. Τα βυθισμένα κτήρια είναι κατασκευασμένα από ορθογώνιους λιθοπλίνθους που προέρχονται από τα παρακείμενα επίσης βυθισμένα λατομία της αρχαιότητας.
   Φαλάσαρνα. Βρίσκεται στον αυχένα της χερσονήσου της Γραμβούσας στην Δυτ. Κρήτη. Λόγω θέσεως υπήρξε το πλέον στρατηγικό σημείο ελέγχου των θαλασσίων οδών μεταξύ του Αιγαίου πελάγους και της Ιταλίας. Ο αρχαίος λιμένας της πόλης βρίσκεται σε απόσταση 100 μ. από την παραλία θαμμένος κάτω από τόνους προσχώσεων και θαλασσίων αποθέσεων. Αυτό οφείλεται στο γεωλογικό φαινόμενο της προς βορράν κινήσεως της λιθοσφαιρικής πλάκας της Αφρικής και της συνακόλουθης συγκρούσεως της με αυτήν του Αιγαίου. Στοιχεία από τον χώρο της Φαλάσαρνας που χρονολογήθηκαν με «Άνθρακα 14» απέδειξαν ότι το δυτικό τμήμα της Κρήτης πρέπει να «υψώθηκε» περί το 365 π.Χ. μέσα σε διάστημα λίγων ημερών.
   Ελίκη Αχαΐας. Βρισκόταν μεταξύ των ποταμών Σελινούντα και Κερυνίτη. Ο Παυσανίας στα «Αχαϊκά» του (VII, 24,5 & 25,5) αφιερώνει μεγάλο μέρος της διηγήσεώς του σ’ αυτήν. Η συγκεκριμένη πόλη, κέντρο λατρείας του Ελικωνίου Ποσειδώνος, μπορεί χωρίς υπερβολή να χαρακτηριστεί ως καταποντισμένο μυστήριο. Από τα υφιστάμενα ιστορικά στοιχεία γνωρίζουμε ότι συνεπεία σεισμικής έξαρσης κατά το χειμώνα του 373 π.Χ. καταβυθίστηκε στο σύνολό της, ενώ οι κάτοικοί της μετανάστευσαν στην κυρίως Ελλάδα και τη Μικρά Ασία. Ουδέν άλλο είναι επισήμως γνωστό γι’ αυτήν σήμερα, πέρα από τις σποραδικές και ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες αλιέων του Κορινθιακού Κόλπου που κάνουν λόγο ύπαρξη υποβρυχίων ερειπίων. Πριν από λίγα χρόνια συντελέστηκε η πρώτη υποθαλάσσια μαγνητοσκόπηση της περιοχής από ιδιωτικό συνεργείο δυτών.
   Άντισσα. Εντοπίζεται στη βορειοδυτική Λέσβο και σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες καταβυθίστηκε το 358 π.Χ.
   Πύρρα. Βρίσκεται επίσης στη Λέσβο στον κόλπο της Καλλονής. Πρόκειται για αρχαιότατη πόλη της οποίας τα βυθισμένα απομεινάρια είναι δυνατό να γίνουν διακριτά σε βάθος λιγότερο των 8 μ., όποτε οι καιρικές συνθήκες το επιτρέπουν.
   Ανθηδών. Στο παραλιακό τμήμα της κωμόπολης αυτής της κεντρικής Ευβοίας (άλλοτε ανήκε στη Βοιωτία) σώζονται ακόμη θεμέλια δημοσίων οικοδομημάτων, αρχαίος μώλος, λιμενοβραχίονες και κρηπιδώματα κατασκευασμένα από μεγάλους ορθογώνιους λίθους. Χρονολογούνται από την Αρχαϊκή έως την Ελληνιστική περίοδο.
   Παυλοπέτρι Λακωνίας. Βρίσκεται κοντά στην Ελαφόνησο. Στον υποθαλάσσιο χώρο του έχει ανακαλυφθεί ευρέως εμβαδού οικισμός της Πρωτοελλαδικής περιόδου, του οποίου η εξέλιξη χρονολογείται μέχρι την Υστεροελλαδική.
   Λεύκτρα Μεσσηνίας. Από σποραδικές μαρτυρίες εικάζεται ο εντοπισμός του πανάρχαιου αυτού οικισμού στην ακτογραμμή της δυτικής Μάνης, ανάμεσα στα χωριά Στούπα και Άγιος Νικόλαος. Τα αρχαιολογικά στοιχεία είναι ελάχιστα, ενώ είναι πιθανόν ως ακρόπολη του εν λόγω οικισμού να χρησίμευε το λεγόμενο Κάστρο Beaufort της Στούπας, ίχνη του οποίου υπάρχουν ακόμη επάνω στον ομώνυμο τραπεζοειδή λόφο.
   Προβαίνοντας σε μια απλή κατηγοριοποίηση των υπολοίπων βυθισμένων οικιστικών εγκαταστάσεων του ελλαδικού χώρου με κριτήριο την αρχαιότητά τους θα μπορούσαμε συμβατικά να τους κατατάξουμε ως εξής:
   Πρωτοελλαδικοί: Μανίκια Ευβοίας (οικισμός και νεκροταφείο)
   Κλασσικοί:  Τορώνη Καβάλας, Ερέτρια Ευβοίας, Κεγχρεαί Κορίνθου, Γύθειο Λακωνίας και Φεία Ηλείας.
   Ελληνιστικοί: Κίρρα Φωκίδος, Δόμβραινα Βοιωτίας, Διβάρι Γιάλοβας Μεσσηνίας, Παλαιά Επίδαυρος Αργολίδος, Ελούντα Κρήτης, Ψείρα Κρήτης, Χερσόνησος Κρήτης, Ίττανος Κρήτης.
   Ρωμαϊκοί: Ληχαδονήσια Ευβοίας, Μύτικας Αιτωλοακαρνανίας, Παλαιά Μονεμβασιά, Παλαίκαστρο Κρήτης, Λέντος (αρχ. Λεβήν).
   Βυζαντινοί: Παροικία Πάρου, Δρέπανο Αργολίδος.
   Εύλογα παρατηρούμε ότι η ύπαρξη βυθισμένων οικισμών που χρονολογούνται μέχρι και τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες – ενώ, έκτοτε λόγω της εμφανίσεως της πειρατείας ατονεί η συγκρότηση παρακτίων πόλεων – είναι δηλωτική της συνεχούς παρουσίας ενός συνδυασμού γεωλογικών φαινομένων που εξακολουθεί να βρίσκεται σε αδιάκοπη εξέλιξη επί σειρά χιλιετιών. Η καταβύθιση της Αιγηίδος προ 10 - 12.000 ετών οφείλεται στην εκδήλωση των ιδίων ακριβώς φαινομένων (άνοδο στάθμης υδάτων, σεισμοί, ηφαιστειακές εκρήξεις) με τη μόνη διαφορά ότι τότε η ένταση και η χρονική διάρκεια τους ήταν σαφώς πολλαπλάσιες σε σύγκριση με τις μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους.
   Αναφορικά με το ερευνητικό μέρος, τα κριτήρια της επιλογής ενός υποθαλασσίου χώρου για μελέτη δεν είναι σταθερά, ενώ το λιγοστό προσωπικό της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων (μόλις τριάντα πρόσωπα, δέκα από τα οποία είναι αρχαιολόγοι) σαφώς δεν επαρκούν για να καλύψουν μια επικράτεια με συνολικό μήκος ακτών μεγαλύτερο από ολόκληρης της Αφρικής και θαλάσσιο χώρο σχεδόν διπλάσιο από την ξηρά της. Ευχής έργον θα ήταν η πλήρωση περισσοτέρων θέσεων με ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό στον τομέα της εναλίου αρχαιολογίας, καθώς και η μελλοντική εντατικοποίηση των ερευνών με τη χρήση βαθυσκαφών, αφού είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι τα μεγαλύτερα αρχαιολογικά μυστικά βρίσκονται ακόμη κρυμμένα στα μεγαλύτερα βάθη κάτω από το γαλανό πέπλο των ελληνικών πελάγων.


                                                                                                                                   
                                                                                Μ. K. Μ.

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Η γένεση και εξέλιξη της Ελληνικής Μυθολογικής Παραδόσεως

   


     Από τη στιγμή που ο πρώτος έμφρων άνθρωπος κατοίκησε στον ελλαδικό χώρο πριν από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, καταλείποντάς μας τα λιγοστά έως σήμερα σωζόμενα ίχνη του, μέχρι την εποχή που έφθασε στην πρώτη αυγή του συγκροτημένου πολιτισμού, όπως παραδίδουν τα υπάρχοντα μνημεία, μεσολαβεί ένα χαώδες χρονικό διάστημα, το οποίο η ιστορική έρευνα σε πολύ μικρό βαθμό δύναται να φωτίσει. Εντούτοις, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο, ότι μεταξύ των ποικίλων ζυμώσεων που συντελέστηκαν στο διάστημα αυτό σε σχέση με τα ήθη και τον τρόπο ζωής, εξέχουσα θέση έχει η διαμόρφωση και η κατά περιόδους μετεξέλιξη του θρησκευτικού αισθητηρίου, που δεν λείπει άλλωστε από κανέναν πρωτόγονο ή προοδευμένο λαό του πλανήτη.   
     Ειδικότερα η αρχαία Ελληνική θρησκεία και δη το ζήτημα των απαρχών της, είναι ένα κεφάλαιο που έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον πληθώρας επιστημόνων ανά τον κόσμο και έχει δώσει την αφορμή για τη διατύπωση πολλών απόψεων αναφορικά με την προέλευση και την υφή της.
    Θα μπορούσαμε να κατηγοριοποιήσουμε τρόπον τινά τις απόψεις αυτές ως εξής: α) σε όσες θεωρούν ότι οι «θεοί» ήταν υπαρκτά πρόσωπα και είχαν συγκροτήσει κατά την εποχή που ζούσαν μια ιδιαίτερη κάστα που έμεινε, λόγω της λαμπρής πολιτείας της, αλησμόνητη στους επιγινόμενους και β) σε αυτές που συγκλίνουν στην πεποίθηση ότι οι θεότητες των αρχαίων προγόνων μας ήταν προϊόντα ανθρωπομορφικής κατασκευής και προσεγγίσεως των φυσικών στοιχείων που βαθμιαία επεκτάθηκε και σε θεοποίηση των υψηλών πολιτισμικών εννοιών και αρετών που συντελούν στη συνοχή και διατήρηση της ανθρώπινης κοινωνίας. Απτό παράδειγμα ο Υέτιος Ζευς ως θεός της βροχής, αλλά και ως Ξένιος προστάτης του εθίμου της φιλοξενίας.
    Ας εξετάσουμε τις θέσεις αυτές χωριστά.
    Για την πρώτη αντίληψη δεν θα μπορούσαμε καλύτερους ιστορικούς οδηγούς από τη Θεογονία (της οποίας μεταγραφέας και όχι πρωτογενής συγγραφέας ήταν ο Ησίοδος), τα Ορφικά, τα Αργοναυτικά και τα Ομηρικά Έπη, τα αρχαιότερα δηλαδή σωζόμενα κείμενα της Ελληνικής Γραμματείας. Σήμερα είμαστε ευτυχώς σε θέση να συνδυάσουμε τις παρεχόμενες απ’ αυτά πληροφορίες με τα συμπεράσματα νεωτέρων επιστημονικών ερευνών, στο χώρο της Μυθολογίας. Ακριβολογίας ένεκεν πρέπει να τονισθεί ότι η λέξη «μυθολογία» (= λόγος περί μύθου) δεν σημαίνει αφήγηση πλασματικών ιστοριών, όπως τουλάχιστον τη μεταχειριζόμαστε σήμερα. Η λέξη «μύθος» αποτελούμενη από το θέμα «μύ-» (= λόγος) και το ρήμα «θέω» (= τρέχω, δράμω) σημαίνει κατ’ επέκταση τη σύντομή και κωδικοποιημένη αναφορά. Συνεπώς ο μύθος είναι αφήγηση πραγματικών γεγονότων επενδεδυμένων με διάφορες επιφάσεις. Έχοντας αυτά κατά νου δυνάμεθα να εμβαθύνουμε στις πηγές που κάνουν λόγο για Έλλοπες, Κύκλωπες, Μέροπες, Ουρανιώνες, Τιτάνες και Θεούς, ονόματα που αντιπροσωπεύουν κατηγορίες ανθρώπων που υπήρξαν ως ιστορική συνέχεια μέσα στα βάθη των χιλιετιών που πέρασαν. Μήκη και όγκοι αιώνων χωρίζουν ασφαλώς την μία κατηγορία από την άλλη. Ο «Έλλοψ» υπήρξε ο αρχικός κάτοικος του μητροπολιτικού ελλαδικού χώρου, ο οποίος άρχισε να συγκροτεί την πρώτη υποτυπώδη κοινωνική συλλογικότητα και να ζει αφουγκραζόμενος τα συμβαίνοντα στο παρθένο από κάθε μορφή πολιτισμού περιβάλλον του. Ο «Κύκλωψ», που σε αντίθεση με τον θηρευτή Έλλοπα, είχε αναπτύξει την κτηνοτροφία και είχε διαμορφώσει έτι περαιτέρω την κοινωνική του συνείδηση, απέχει επίσης πολλές χιλιάδες χρόνια από τον μεταγενέστερό του «Μέροπα», τον έλλογο και έμφρωνα προπομπό των «Ουρανιώνων», που έφεραν τον πολιτισμό στο ζενίθ της ακμής του. Οι Ουρανιώνες ονομάζονταν έτσι επειδή κατοικοέδρευαν σε γεωγραφικά σημεία  υπεράνω των πεδινών και δη στα όρη (ούρια). Η θέση τους αυτή ήταν προϊόν της βαθμιαίας κοινωνικής τους ανόδου που τους είχε καταστήσει ένα είδος άρχουσας τάξης των θνητών. Η εποχή τους χαρακτηρίζεται από την συγκρότηση του πρώτου γνωστού πολιτεύματος. Ο Ουρανός και η Γαία  βασιλεύουν σε ένα απέραντο παγκόσμιο κράτος. Το σκοτάδι όμως της εκτροπής επέρχεται κάποια στιγμή. Ο υιός του Ουρανού, Κρόνος, βίαιος και αλαζόνας, τυφλωμένος από την εξουσιομανία του ανατρέπει τον πατέρα του και καταδιώκει όλους όσους η αρετή τους εμπόδιζε να συγκατατεθούν στις ραδιουργίες του. Οι Τυραννικοί Τιτάνες παίρνουν πραξικοπηματικά την εξουσία στον κόσμο και αλλοτριώνουν το ανθρώπινο γένος της εποχής τους. Η τιμωρία τους όμως έρχεται από τον Ζήνα – Δία και τις δυνάμεις του δικαίου και της φρόνησης, που ενσαρκώνει τόσο ο ίδιος όσο και οι σύμμαχοί του. Ο πόλεμος που ξεσπά  είναι σφοδρότατος, όπως τον παραδίδει η Θεογονία. Οι κρόνειες δυνάμεις ηττώνται και η ανθρωπότητα εισέρχεται στη χρυσή Εποχή των «Θεών», οπότε η διασαλευθείσα αρμονία αποκαθίσταται ενώ παράλληλα η πολιτισμική ανάπτυξη εξασφαλίζει ένα άριστο βιοτικό επίπεδο στους ανθρώπους της εποχής. Είναι άγνωστο πόσο ακριβώς διαρκεί η εποχή των «Θεών». Είναι όμως γνωστό το αίτιο του τέλους της: ένας φοβερός κατακλυσμός (που, ειρήσθω εν παρόδω, υπάρχει στις παραδόσεις όλων των λαών του κόσμου). Έκτοτε όλα σχεδόν τα πολιτισμικά επιτεύγματα του προηγούμενου καιρού λησμονούνται και τα ανθρώπινο γένος παίρνει απ’ την αρχή τον δύσκολο δρόμο για την ανασυγκρότηση της κοινωνίας. Οι επιζώντες όμως από τον Κατακλυσμό δεν ξεχνούν. Προϊόντος του χρόνου η νοσταλγική ανάμνηση που είχε μείνει μέσα στο μυαλό τους, έλαβε γιγαντιαίες διαστάσεις στην ψυχή τους, έτσι ώστε να καταστεί σημείο αναφοράς της σκέψης, του ήθους και της ζωής τους. Οι πρόγονοι – άνακτες της χρυσής εκείνης εποχής και εκπολιτιστές της οικουμένης, όπως διεξοδικά αναφέρουν τα κείμενα του Απολλοδώρου, του Διοδώρου του Σικελιώτη, του Ευημέρου του Μεσσηνίου κ.α., έχουν πλέον γίνει τα αιώνια αρχέτυπα για τους Έλληνες (και όχι μόνον) και παίρνουν τη θέση που τους δίνει ο θρύλος στον Όλυμπο, στα πελάγη, στα όρη, στις λίμνες, στα ποτάμια και στα δάση του ελλαδικού χώρου. «Υπάρξαντες μεν θνητοί, δια δε την σύνεσιν και την κοινήν ευεργεσίαν έτυχον αθανάτου μνήμης», όπως αποφαίνεται ο Ευήμερος. Ο Έλληνας άνθρωπος τους αισθάνεται πάντα κοντά του, τους θαυμάζει, τους τιμά, τους σέβεται και τους απεικονίζει εικαστικά, για να μην απολεσθεί η ανάμνηση της αλλοτινής ανθρωπινής τους υπόστασης. Έτσι δημιουργείται βαθμιαία μια ιδιότυπη ανθρωποκεντρική μορφή θρησκείας  με σαφή δομή και απτό αντικείμενο.


     Ερχόμενοι τώρα να εξετάσουμε την δεύτερη αντίληψη περί της φύσεως των αρχαίων θεών από τη σκοπιά της θεώρησης τους ως προσωποποιήσεων των φυσικών φαινομένων (θεοποίηση της Φύσεως ) αξίζει εν προκειμένων να αναφέρουμε την άποψη του Βιλαμόβιτς ότι «οι αρχαίοι Έλληνες υπήρξαν ο ευσεβέστερος λαός του κόσμου». Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο διάσημος θρησκειολόγος Θ. Ζιελίνσκι σε σχετικό άρθρο του που δημοσιεύεται στον Ζ΄ τόμο  της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ο αρχαίος Έλλην είχε σαφή έννοια της ζωής της περιβάλλουσας αυτόν φύσεως. Χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ «ζώσας» και «νεκρής» φύσεως αισθανόταν τον εαυτό του περιστοιχιζόμενο από πλήθους φυσικών  θεοτήτων. Κάθε πηγή είναι γι αυτόν μια νύμφη, μια Ναϊάς. Ο λαός ευγνωμονών για τις συμβουλές που ψιθυρίζει αυτή στους θλιμμένους, την τιμά με θυσία αμνού και την καλύπτει με στεφάνους κατά την ημέρα της εορτής. Πόλις κτισμένη πλησίον πηγής υπερηφανεύεται γι αυτό. Ο ποταμός παρέχει ζωηρή εικόνα δύναμης και βίας και σε στιγμές πλημμυρών παρίσταται με μορφή ταύρου ή ημιταύρου. Όταν παρέλθει η οργή του (που συνήθως προκαλείται από κάποια ανόσια ανθρώπινη πράξη) αποβαίνει εκ νέου ευεργετική τροφός της χώρας, η οποία τον τιμά για τούτο, ανιδρύουσα ναούς και επικαλούμενη αυτόν στις προσευχές». Αυτά τα δύο παραδείγματα του Ζιελίνσκι είναι χαρακτηριστικά  για τις αντιλήψεις των προγόνων μας. Ορθοτομώντας δε ως προς την φιλοσοφία της θρησκείας ο Ζιελίνσκι κάνει λόγο για καθαγίαση των αρετών, αποκάλυψη του θείου στοιχείου μέσα από την Τέχνη και την Πνευματική Δημιουργία, ιεροποίηση του φυσικού και κοινωνικού γίγνεσθαι και σαφή διάκριση του αληθούς από το ψευδές στη ζωή. Όλα αυτά είναι ασφαλώς οι συνιστώσες της ουσίας της αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, την οποία έχουμε συνηθίσει να χαρακτηρίζουμε «ειδωλολατρεία». Συνελόντι ειπείν, για τους υποστηρικτές της αντίληψης περί προσωποποίησης των φαινομένων του κόσμου, κάθε θεότητα είναι και μια έκφανση, μια ζωντανή αναπαράσταση ενός στοιχείου από τα αναρίθμητα που μας περιβάλλουν και επηρρεάζουν τη ζωή μας από τη γέννηση έως τον θάνατο.
    Το καίριο ερώτημα πάντως εξακολουθεί να υφίσταται: Εφ’όσον και οι δύο αυτές διαφορετικές θεωρήσεις του Ελληνικού Πανθέου έχουν σοβαρές ενδείξεις επιστημονικής ευστάθειας, που βρίσκεται η αλήθεια; Οι αρχαίοι «θεοί» ήταν τελικά πρόσωπα ή πράγματα; Επιχειρώντας να δώσουμε μια όσο το δυνατόν πιο πλήρη απάντηση μπορούμε με κάθε επιφύλαξη να πούμε ότι η λύση του αινίγματος είναι πιθανόν να βρίσκεται και στις δυο διισταμένες απόψεις, εφ’ όσον τις φέρουμε σ’ έναν ισορροπημένο συγκερασμό. Με δεδομένα ότι: α) σε όλες τις «θεότητες» αποδίδονται αναμφισβήτητα ανθρώπινα χαρακτηριστικά που θα ήταν δύσκολο να προσαφθούν σε μη ψυχοσωματικές οντότητες, β) καμμία από τις «θεότητες» δεν εκφράζει ή ενσαρκώνει αρνητικά γνωρίσματα ή παθολογικές καταστάσεις του κοινωνικού ή ατομικού βίου (δεν υπάρχει λ.χ. προστάτης θεός του φόνου, του βιασμού, της υποκρισίας, κ.τ.τ.), γ) «θεός» - με τη σημερινή σημασία του όρου – είναι, κατά την Ελληνική φιλοσοφική κοσμοαντίληψη, ο κοσμογονικός Νόμος που συνέχει το Σύμπαν διατηρώντας την αρμονία εντός αυτού και δ) η ιεροποίηση του Κόσμου στην Ελληνική αρχαιότητα αποσκοπούσε στην αποσόβηση της «ύβρεως» και των νομοτελειακών καταστροφικών αποτελεσμάτων της, δικαιούμεθα να θεωρήσουμε ως αίτιο της γένεσης και διαιώνισης της ολύμπιας Ελληνικής θρησκείας την ευεργεσία της οποίας έτυχε η ανθρωπότητα σε κάποια αόριστη χρονικά στιγμή του απωτάτου παρελθόντος από κάποια πρόσωπα που λόγω της σύνεσης και του έργου τους όχι μόνο παρέμειναν αθάνατα με την πάροδο των χιλιετιών, αλλά ετύγχαναν συνεχούς τιμής που προϊόντος του χρόνου έφθασε καταχρηστικά στη βαθμίδα της προσωπο-λατρείας. Ίσως βέβαια η απάντηση αυτή να μην καλύπτει τα κενά που ο αδυσώπητος χρόνος προκάλεσε στην εικόνα του παρελθόντος μας. Ο διάλογος όμως, το κατ’ εξοχήν δημιούργημα του Ελληνικού Πολιτισμού, αφού συνεχιστεί μεταξύ των πραγματικά ενδιαφερομένων χωρίς περιορισμούς, θα αποκαλύψει σίγουρα, με τη βοήθεια της έρευνας, περισσότερα στοιχεία στο μέλλον.  

                                                                                                                                     Μ. Κ. Μ.