Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

O Tύμβος του Σοφοκλέους

  
  
   Η Δεκέλεια υπήρξε κατά την αρχαιότητα μια από τις πλέον σημαντικές αστικές περιοχές   της Αττικής Δωδεκαπόλεως, τόσο ως καίριο γεωστρατηγικό σημείο όσο και  ως χώρος αναψυχής πολλών Αθηναίων πολιτών. Οι ανασκαφές όμως που έχουνσυντελεσθεί εκεί κατά καιρούς έχουν καταδείξει ότι ο προ της Δεκελείας δρυμός, στη σημερινή Βαρυμπόπη, χαρακτηρίζεται και από τη χρήση του ως νεκροταφείου κατά την κλασσική κυρίως εποχή. Πλησίον της οδού που οδηγούσε στη Δεκέλεια, διέθετε οικογενειακό τάφο και ένας από τους πλέον εύπορους πολίτες του «κλεινού άστεως», ο μαχαιροποιός Σοφίλος, ο πατέρας του μεγάλου δραματουργού Σοφοκλή, που κι εκείνος ετάφη στον ίδιο χώρο.  
  Τα γεγονότα του βίου και το λαμπρό έργο που ο Σοφοκλής άφησε στο πέρασμά του από τη ζωή είναι πασίγνωστα. Τα ιστορικά –και αρχαιολογικά βεβαίως– αινίγματα ξεκινούν αμέσως μετά τον θάνατό του. Είναι παραδεκτό ότι ο μεγάλος τραγικός απεβίωσε το 406 π.Χ. Τον καιρό εκείνο η Αθήνα τελούσε υπό πολιορκία από τις δυνάμεις του Λυσσάνδρου.  Ο Λακεδαιμόνιος στρατηγός είχε στρατοπεδεύσει στη θέση που σήμερα είναι γνωστή ως «Παλιόκαστρο» στα δεξιά του δρόμου που κατέληγε στη Δεκέλεια. Αρχικά δεν επέτρεπε στους οικείους του επιφανούς νεκρού να εξέλθουν από τα τείχη και να τον ενταφιάσουν στο πατρογονικό του μνήμα.  Άλλαξε όμως γνώμη όταν, κατά την παράδοση, εμφανίστηκε σε όνειρό του ο Διόνυσος και τον επέπληξε. Η αναφορά αυτή, προερχόμενη από άγνωστη πηγή, διασώζεται στο έργο «Βιογράφοι» (Μπραουνσβάϊγκε, 1845) του Γερμανού ιστορικού και φιλολόγου Α. Βέστερμαν στην λιτή αναφορά: «των δε πατρώων αυτού τάφων επί Δεκέλειαν κειμένων προ σταδίων του τείχους ένδεκα και τούτον τον τόπον επιτετειχικότων Λακεδαιμονίων κατά των Αθηναίων, επείπερ ούχ οιόν τε ήν αυτόν εκεί θάπτειν, Διόνυσος κελεύων».  Οι πληροφορίες αυτές αποδεικνύονται απόλυτα κατατοπιστικές καθώς κάνουν λόγο για συγκεκριμένη απόσταση από την πόλη, σαφή κατεύθυνση της νεκρικής πομπής και σημείο με περισσότερους από έναν τάφους. Έτσι οδηγούμαστε 18 χιλιόμετρα βόρεια της Αθήνας σ’ ένα ξεχασμένο από τον χρόνο χώρο μέσα στο ειδυλλιακό δάσος της Άνω Βαρυμπόπης (αριστερά από τη λεωφ. Τατοϊου) και σ’ ένα δρόμο παράλληλο μ’ αυτόν που άγει  προς το μοναστήρι του «Άξιον Εστί».  Η οδός αυτή, που ξεκινά κάθετα από  την Βαρυμπόπης  μετά το ρέμα , φέρει τη χαρακτηριστική ονομασία «Τύμβου  Σοφοκλέους», όπως βλέπουμε στις  ελάχιστες μισοκατεστραμμένες πινακίδες. Σε απόσταση 80 μέτρων από την αρχή της  διχάζεται και το αριστερό μέρος της οδηγεί σε αδιέξοδο. Εκεί εντοπίζεται ένας σχετικά ευδιάκριτος πυραμιδόσχημος λοφίσκος, που δεν είναι άλλος από τον Τύμβο του Σοφοκλή,  για την ακριβή θέση του οποίου έριζαν Έλληνες και ξένοι αρχαιολόγοι από τον 19ο έως τα μέσα του 20ού αιώνα. Βιβλιογραφικά είναι γνωστός ως τύμβος της Καμβέζας,ανασκάφηκε το 1888  από τον διευθυντή των Βασιλικών Κτημάτων του Τατοΐου L. Muenter και κηρύχθηκε σχετικά πρόσφατα αρχαιολογικός χώρος από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο.

   Μέσα στον ταφικό περίβολο ανακαλύφθηκαν τρεις λίθινες σαρκοφάγοι. Τα κτερίσματα των δύο σαρκοφάγων ήταν λήκυθοι, αλαβάστρινα σκεύη, αλλά και δύο σιδερένιες στεγγίδες. Η τρίτη σαρκοφάγος φαίνεται πως ανήκε σε γυναίκα, καθώς βρέθηκε σε αυτήν χάλκινος καθρέφτης.  Σε μία από τις σαρκοφάγους υπήρχαν τα οστά ηλικιωμένου άνδρα σημειωτέον ότι ο Σοφοκλής απεβίωσε σε ηλικία 90 ετών). Οι πρόποδες του κωνικού μνημείου δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν με ακρίβεια λόγω της προοδευτικής κλίσεως του εδάφους. Το ύψος του είναι περίπου 4 μέτρα. Στο εσωτερικό του σχηματίζεται κρατήρας βάθους ίσου με το εξωτερικό ύψος και διαμέτρου περίπου 12 μ. Στη δυτική πλευρά του εσωτερικού σώζεται ακόμη τμήμα παχέως τοίχου πλάτους 4μ. δομημένο από πελεκητούς  ψαμμώδεις ογκόλιθους. Στη βάση του τοίχου αυτού υπάρχει μονάχα μια αλλοιωμένη τετράγωνη πλάκα από λευκό μάρμαρο. Είναι προφανές ότι η αρχική εικόνα του μνημείου ήταν παρεμφερής με τους δεδομένης τεχνοτροπίας θολωτούς τάφους, όπως αυτός του Μενιδίου, το δε σχήμα του εσωτερικού δώματος του Τύμβου ήταν παραλληλόγραμμο. Φαίνεται επίσης ότι τα λοιπά δομικά στοιχεία που έχουν πλέον εξαφανιστεί, χρησιμοποιήθηκαν από αδαείς για οικοδομικό υλικό, ενώ ο όλος χώρος είναι εμφανώς ανασκαμμένος, ίσως και συλημένος σε χρόνο προγενέστερο της επίσημης ανασκαφής. Οι υπάρχουσες έως σήμερα πληροφορίες (βλ. σχετικά: Θεοφανώ Α. Αρβανιτοπούλου, «Δεκέλεια», Αθήνα, 1957) κάνουν λόγο και για την ύπαρξη έξι τουλάχιστον επιγραμμάτων στον τάφο του Σοφοκλή μεταξύ αυτών τα του Διοσκορίδου, Ερυκίου και Σημίου του Θηβαίου (τα οποία είναι άγνωστο τί απέγιναν). Το πρώτο, γραμμένο από τους Αθηναίους, κατά τον Ίστρο, ανέφερε: «Κρύπτω τώδε τάφω Σοφοκλήν πρωτεία λαβόντα τη τραγική τέχνη, σχήμα το σεμνότατον». Είναι δε γεγονός ότι οι αρχαίοι Αθηναίοι –και όχι μόνον– τιμούσαν στο σημείο εκείνο την μνήμη του Σοφοκλή με την τέλεση θυσιών και άλλων ιεροπραξιών κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Η σημερινή κατάσταση του μνημείου παραμένει επιεικώς απαράδεκτη, δεδομένης όχι μόνο της αρχαιολογικής του αξίας, αλλά και της προσωπικότητας του μεγάλου ανδρός που κληροδότησε όπως και άλλοι δραματικοί ποιητές τις πανανθρώπινες αξίες του Ελληνικού Λόγου σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο. Μήπως η ανεπίτρεπτη αυτή κατάσταση διαιωνίζεται επειδή ο Τύμβος... «είναι μακρυά»;…
                                                     
                                                                      Μάριος Κ. Μαμανέας

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Frederick Carabott: Ο πόλεμος ενός εφήβου.

  
 
   Ο ζωγράφος και γραφίστας Frederick Carabott (1924 - 2011) ήταν μόλις 17 ετών όταν ο γερμανικός στρατός εισέβαλε στην Ελλάδα. Αρχικά η οικογένειά του φυγαδεύτηκε κρυφά στην Κρήτη, αλλά συνελήφθη και επέστρεψε στην Αθήνα. Μετά την απελευθέρωσή τους, το Σεπτέμβριο του 1941 ο Φ. Κάραμποττ εντάχθηκε στην αντιστασιακή οργάνωση Βritish Avant Fort 133. Σε κάποια επιχείρηση όμως συνελήφθη, βασανίστηκε ανακρινόμενος και αφού μεταφέρθηκε στη Βιένη, κατέληξε σε στρατόπεδα αιχμαλώτων στη Γαλλία και τη Γερμανία (Βρέμη). Απελευθερώθηκε τον Απρίλιο του 1945 από τα βρεττανικά στρατεύματα και μεταφέρθηκε στην Αγγλία, όπου κατετάγη στον Συμμαχικό Στρατό γιά να υπηρετήσει στο σώμα πληροφοριών σε γερμανικό έδαφος. Από το τέλος του Πολέμου και μετά, σταδιοδρόμησε επιτυχώς ως σχεδιαστής στην Αθήνα και το Λονδίνο.
   Όλη η προσωπική εμπειρία του από τον Πόλεμο αποτυπώνεται σε 48 έργα μιάς ζωγραφικής σειράς που χρειάστηκε τρία χρόνια γιά να ολοκληρωθεί. Στους πίνακες αυτούς,  (που εκτίθενται παρακάτω, κατά τη χρονική σειρά των γεγονότων, συνοδευόμενοι από περιγραφή σε πρώτο πρόσωπο) επάνω σε ακουαρέλλα και φωτογραφικό χαρτί, παρουσιάζει τον εαυτό του σαν λευκή φιγούρα και τους γερμανούς απρόσωπους, ως μεταλλικούς κυλίνδρους, γιά να αποδώσει συμβολικά την απάνθρωπη όψη του καθεστώτος που υπηρετούσαν.
    Η συλλογή εξετέθη το 1995 (Απρίλιο – Σεπτέμβριο στο Λονδίνο και Νοέμβριο στην Αθήνα), επί τη επετείω της συμπλήρωσης 50 χρόνων από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

  
6 Απριλίου 1941. Οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία. Από την ταράτσα του σπιτιού μου παρακολουθώ την πτήση σμήνους βρεταννικών καταδιωκτικών που πετούν πολύ χαμηλά γιά να τονώσουν το ηθικό των Αθηναίων.


20 Απριλίου 1941. Καταφεύγοντας στην Κρήτη από τον Πειραιά, η νηοπομπή μας φτάνει τα χαράματα στο λιμάνι της Σούδας. Με φόντο τον μενεξεδί λόφο, βλέπουμε το βρεττανικό καταδρομικό «Γιόρκ» ημιβυθισμένο, χτυπημένο από ιταλικές κατευθυνόμενες τορπίλλες.


Απρίλιος – Μαϊος 1941. Ηράκλειο – Κρήτη. Παρακολουθώ αερομαχία μεταξύ 300 περίπου γερμανικών βομβαρδιστικών και ...3 διπλάνων βρεταννικών καταδιωκτικών ξεπερασμένης τεχνολογίας. Το παράδοξο είναι πως τα τελευταία διέφυγαν άθικτα στην Αίγυπτο.


20 Μαϊου 1941. Ηράκλειο – Κρήτη. Στο καταφύγιο ενός ξενοδοχείου στον Άγιο Μηνά. Οι πρώτοι Γερμανοί αλεξιπτωτισταί έχουν ήδη προσγειωθεί και η μάχη μαίνεται. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μιά Κρητικοπούλα περίπου 20 ετών, αρματωμένη ως τα δόντια,καλεί όλους τους άνδρες από 17 ετών και άνω να βγουν έξω να πολεμήσουν τον εχθρό.


Μάϊος 1941. Καταφεύγουμε σε μιά σήραγγα στο Μπεντένι, το κάστρο του Ηρακλείου, γιά μεγαλύτερη ασφάλεια. Εκεί οι συνθήκες είναι άθλιες. Μπαίνουν τραυματίες,  βγαίνουν νεκροί, αφόρητη δυσοσμία έλλειψις οξυγόνου, τρομακτική δόνησις από τις βόμβες που σφυροκοπούν το κάστρο, φωνές, κλάμματα, πανικός. Αληθινή κόλασις.


6 Μαϊου 1941. Τη νύχτα διαφεύγοντας στα γύρω βουνά, σταθήκαμε μάρτυρες μιάς τρομακτικής ναυτικής συγκρούσεως μεταξύ βρεταννικών καταδρομικών και ιταλικών αντιτορπιλλικών, που προστάτευαν μιά νηοπομπή με 4.000 Γερμανούς. Σκοπός τους ήταν η απόβασις στο νησί και διά θαλάσσης. Η νηοπομπή κατεβυθίσθη με μεγάλες απώλειες.


Μάϊος 1941. Έξω από τις Μελέσσες, χωριό νοτιοανατολικά του Ηρακλείου. Ο ξάδελφός μου κι εγώ επιχειρούμε να χρησιμοποιήσουμε το δάσος γιά τις φυσικές μας ανάγκες, όταν ένα γερμανικό βομβαρδιστικό επιτίθεται πετώντας πολύ χαμηλά. Μας βάζει στο στόχαστρό του και μας πολυβολεί επιμόνως.


Ιούνιος 1941. Το χωριό που τελικά καταφύγαμε (οι Μελλέσες) καταλαμβάνεται από τους Γερμανούς. Αναγκαζόμαστε, ως Βρεταννοί υπήκοοι, να παραδοθούμε γιά να μην εκθέτουμε σε κίνδυνο τους κατοίκους του χωριού που μας περιθάλπουν. Σεβόμενος τη Συνθήκη της Γενεύης, ο Αυστριακός διοικητής της μονάδος περιλαμβάνει την ομάδα μας (14 άτομα) στο συσσίτιο των ανδρών του. Έτσι, τρείς φορές την ημέρα, ένας από εμάς στέκεται στην ουρά με τους Γερμανούς στρατιώτες γιά να παραλάβει τις μερίδες και των δεκατεσσάρων.


Αύγουστος 1941. Οδηγούμενοι προς το λιμάνι της Σούδας, περνάμε έξω από το αεροδρόμιο του Μάλεμε, κοντά στα Χανιά. Εκεί βλέπουμε έναν τεράστιο όγκο – ολόκληρο λόφο – από συντρίμια γερμανικών αεροπλάνων και γύρω του εκατοντάδες πρόχειρους τάφους Γερμανών και Συμμάχων πολεμιστών. Η εικόνα συμβολίζει και τις τρομακτικές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές στην Μάχη της Κρήτης.


Αύγουστος 1941. Επιστρέφουμε στην ηπειρωτική Ελλάδα, αιχμάλωτοι πιά, με ένα παλιό επιταγμένο Ελληνικό φορτηγό. Δίπλα μας ένα οπλιταγωγό γεμάτο Συμμάχους αιχμαλώτους κι ένα ιταλικό αντιτορπιλλικό που μας συνοδεύει.


Αύγουστος 1941. Είμαστε πιά στην Αθήνα, στην KOMMANDANTUR της οδού Κοραή, πάνω από του Φλόκα. Στα υπόγεια που κρατούμεθα, πριν απολύσουν τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά, μας προσφέρουν, πολυτελώς σερβιρισμένο, καφέ-γάλα και κράπφεν...


Σεπτέμβριος 1941. Στρατόπεδο στη Θεσσαλονίκη. Βρεταννοί αιχμάλωτοι ετοιμάζουν επειγόντως φέρετρα. Ο εξανθηματικός τύφος θερίζει τους κρατουμένους κατά εκατοντάδες.


Οκτώβριος 1941. Αυτό θα είναι και το εξώφυλλο του σχετικού βιβλίου που πρόκειται να εκδοθεί. Είναι η πρώτη μου εντύπωσις, όταν, γυρνώντας στην Αθήνα, βλέπω τη ναζιστική σημαία να ρυπαίνει τον Παρθενώνα.


Δεκέμβριος 1941. Αθήνα, Ομόνοια. Έξω από το φαρμακείο Μπακάκου. Μιά χαρακτηριστική σκηνή του τρομερού εκείνου χειμώνα. Χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν στο δρόμο από την πείνα, την παγωνιά και τον εξανθηματικό τύφο. Η «νεκρώσιμη πομπή» τους γίνεται με αυτά τα καροτσάκια...


Μάϊος 1942 – Ιανουάριος 1943. Μέρος της αντιστασιακής μου δράσεως είναι να καταφέρνω με κάποια δικαιολογία να μπάινω στο ΑΤΤΙΚΟΝ – τότε κινηματογράφο του γερμανικού στρατού (SOLDATENKINO) – και να αφήνω προκηρύξεις. Σκοπός μας ήταν η παρότρυνσις των Γερμανών να ανατρέψουν τον Χίτλερ και να πολεμήσουν στο πλευρό μας κατά του Ναζισμού.


16 Φεβρουαρίου 1943. Συμβολική απεικόνισις της συλλήψεώς μου από την Γερμανική Στρατιωτική Αστυνομία στο σπίτι μου στην οδόν Ιπποκράτους 33δ στις 9 μ.μ.


16 Φεβρουαρίου 1943. Τη νύχτα της συλλήψεώς μου, την ώρα που ο Γερμανός δεσμοφύλακας ετοιμάζεται νε με κλειδώσει στο κελί υπ’ αριθ. 6 των Φυλακών Αβέρωφ, τον ρωτάω «αν την επομένη θα με εκτελέσουν». Μου απαντάει, «να μη λες βλακείες».


Φεβρουάριος 1943. Το ανακριτικό γραφείο στην οδό Γ’ Σεπτεμβρίου και Χαλκοκονδύλη. Με πολιτικά ο ανακριτής, αριστερά του ένας των SS με στολή και δεξιά του ένας ταγματάρχης του Ιππικού.


Φεβρουάριος 1943. Στο ίδιο γραφείο μετά την ανάκριση. Ο ταγματάρχης του Ιππικού με χτυπάει δυνατά με ένα ηλεκτρικό καλώδιο. Εγώ φωνάζω από πόνο. Ξαφνικά, θέλωντας να μου αποδείξει ότι δεν πονάει «και τόσο», μου δίνει το καλώδιο και με διατάζει να δείρω ΕΓΩ...ΕΚΕΙΝΟΝ!


Μάρτιος 1943. Κάποια νύχτα η χριστιανική μου πίστις κλονίζεται από την «κατήχηση» που μου κάνει ο συγκρατούμενός μου, θυρωρός της Σοβιετικής πρεσβείας στην Αθήνα, (πιό κομμουνιστής κι από τον Στάλιν). Απελπισμένος, το επόμενο πρωί, αδειάζοντας τα «προϊόντα» της νύχτας, ρωτώ με αγωνία τον επίσης συγκρατούμενό μου πρέσβυ Περικλή Αργυρόπουλο αν υπάρχει Θεός! Ο εξαίρετος αυτός κύριος, εκπληκτικός και με το φλέγμα που τον διέκρινε, μου απαντά: «Ναι παιδί μου. Βεβαίως υπάρχει Θεός, αλλά ΟΧΙ εδώ στα αφοδευτήρια»!


Απρίλιος 1943. Η αναχώρησίς μου νωρίς το πρωί από τις Φυλακές Αβέρωφ γιά τη Γερμανία. Οι γονείς μου και η θεία μου Καίτη Πάνζαρη, ειδοποιημένοι την τελευταία στιγμή από τους Έλληνες φύλακες, μόλις προλαβαίνουν – η μητέρα μου με τη νυχτικιά της – να με αποχαιρετήσουν.


Απρίλιος 1943. Το ίδιο πρωί στο Σταθμό Λαρίσης. Μπαίνοντας στο τρένο γιά τη Γερμανία, βλέπουμε με έκπληξη ότι το βαγόνι είναι γεμάτο από κρατουμένους γερμανούς αξιωματικούς, δεμένους με χειροπέδες! Είναι υπόδικοι προφανώς γιά διάφορα στρατιωτικά και πολιτικά αδικήματα.


Πάσχα - Απρίλιος 1943. Στη Βιέννη τώρα σε στρατιωτική φυλακή. Οι ίδιοι υπόδικοι γερμανοί αξιωματικοί υποβάλλονται σε υποχρεωτική άσκηση μέσα στην αυλή συνοδεία τυμπάνου.


Μάϊος 1943. Πάντα στη Βιέννη σε φυλακή γιά συμμάχους αιχμαλώτους. Ένας ρώσος, ακούγοντας την υπηκοότητά μου με ρωτάει θαραλλέα μπροστά στους γερμανούς: «Σύντροφε Άγγλε, που είναι το δεύτερο μέτωπο που μας έχετε υποσχεθεί..»;


Ιουνίου 1943. Στο Σάλτζμπουργκ στη φυλακή του κάστρου, ένας γερμανός κρατούμενος γιά κάποιο μικροαδίκημα, κατά τ’ άλλα φανατικός ναζί, με ειρωνεύεται γιά την συμμαχική υποχώρηση στη Δουνκέρκη (Ιούνιος 1940) – που το θυμήθηκε ύστερα από τρία χρόνια. Όταν εγώ απερίσκεπτα τον αντικρούω υπενθυμίζοντάς του την πανωλεθρία του Ρόμμελ στη Βόρειο Αφρική (Ιούνιος 1943), αρχίζει να με χτυπάει ανελέητα με τη σκούπα του.


Ιούνιος 1943. Πάνω σε φορτηγό, άγνωστο γιά που! Σταματάμε έξω από το φοβερό στρατόπεδο του Νταχάου, «σταθμό» γιά μερικούς αγαπητότατους εβραίους συγκρατούμενούς μας από τη Θεσσαλονίκη. Ακόμη δεν ξέραμε τη φρίκη που τους περίμενε.


Ιούνιος 1943. Σε κάποια φυλακή των SS στο Άουγκσμπουργκ. Στο θάλαμο λουτρού και απολυμάνσεως. Ο αξιωματικός υπηρεσίας, βλέποντας τα μεσογειακά μου χαρακτηριστικά, με εκλαμβάνει γιά αγγλοεβραίο! Όταν όμως, ψάχνωντας τη βαλίτσα μου, ανακαλύπτει την εικόνα του Χριστού, που πάντα έχω μαζί μου από παιδί, θυμώνει πολύ που έπεσε έξω και αρχίζει νε με χαστουκίζει.


Ιούνιος 1943. Κατά τη διανυκτέρευσή μας στο αστυνομικό τμήμα του σιδηροδρομικού σταθμού της Νυρεμβέργης, βομβαρδιζόμαστε ανηλεώς από τη RAF. Όταν το επόμενο πρωί πηγαίνουμε προς το τρένο γιά να συνεχίσουμε το ταξείδι μας, βλέπουμε με δέος ότι το μόνο κτήριο που στέκεται όρθιο γύρω μας είναι, ως εκ θαύματος, το κρατητήριο που είχαμε καταλύσει.


Ιούλιος 1943. Μιά εφιαλτική υπόγεια φυλακή στο Μπρεσλάου με περισσότερους από 100 ρώσους αιχμαλώτους, σε άθλια κατάσταση, στριμωγμένους σε πολύ μικρό χώρο. Ένα βαρέλι χρησιμοποιείται γιά όλες τις ανάγκες. Η βρώμα είναι αφόρητη, οι συνθήκες απάνθρωπες.


Ιούλιος 1943. Μέσα από ένα βαγόνι-φυλακή, περί τις τρείς το πρωί, σταματώντας σε ένα μικρό σταθμό, νοτίως του Μπρεσλάου, βλέπω με τρόμο, μέσα από πυκνή ομίχλη και ατμούς το όνομα του χωριού...


6 Ιουλίου 1943. Στρατόπεδο TOST – Άνω Σιλεσία. Στο φυλάκιο της εισόδου, ο γερμανός υπαξιωματικός που μας παραλαμβάνει, κακός γνώστης αγγλικών, με ρωτά: «Have you become a german overcoat»? (έχετε γίνει γερμανικός μανδύας;)...Όπως έμαθα αργότερα είχε μπερδέψει το αγγλικό ρήμα BECOME (=γίνομαι) με το γερμανικό BEKOMMEN (=λαμβάνω). Ήθελε απλώς να πεί: «Σας έδωσαν γερμανικό μανδύα»; Τότε μόνο μου πέρασε ο αδικαιολόγητος (;) πανικός, ότι οι γερμανοί θα με έκαναν παλτό, όπως έκαναν τους εβραίους σαπούνι!


Αύγουστος 1943. Η φρουρά του στρατοπέδου παρελαύνει κάθε πρωί μπροστά από την κεντρική πύλη τραγουδώντας στρατιωτικά εμβατήρια. Ένας συναιχμάλωτος, μουσικός μπάντας υπερωκεανίου – μονίμως μεθυσμένος – συνοδεύει με το τρομπόνι του, μόνο που η συνοδεία του είναι εσκεμμένα παράφωνη και εκτός χρόνου. Ο αποσυντονισμός του...υπερήφανου βηματισμού χήνας είναι αναπόφευκτος!


Οκτώβριος 1943. Στο ίδιο πάντα στρατόπεδο. Λόγω κακοκαιρίας η πρωινή επιθεώρηση γίνεται μέσα στους κοιτώνες από τον διοικητή που είναι κοντόχοντρος και αστείος! Άλλο που δεν θέλουν οι ατίθασοι και αθυρόστομοι βρεταννοί συγκρατούμενοι του Εμπορικού Ναυτικού γιά να τον γελοιοποιήσουν. Στην ευγενή του προσφώνηση «καλημέρα σας κύριοι», η απάντησή τους είναι κάθε άλλο παρά ευπρεπής.


Δεκέμβριος 1943. Έχουμε μεταφερθεί στο Κρόϊτσμπουργκ, ένα στρατόπεδο βορείως του Tost. Κατά τη διάρκεια της πρωινής επιθεωρήσεως ο συναιχμάλωτος Στέφεν Σμίθ, βρεταννός υπήκοος από τα Χανιά  της Κρήτης και με πολύ λεπτό χιούμορ, είναι αποφασισμένος να διακωμωδήσει την όλη διαδικασία με το να μπερδεύει το γερμανό δεκανέα που μας μετρούσε, ανακατώνοντας τους ζυγούς. «Οι στρατιώτες σας δεν ξέρουν να μετρήσουν...» καταγγέλει  εν συνεχεία με θράσος στον έκπληκτο διοικητή! Ο Στέφεν Σμίθ γελοιοποιεί την κατάσταση ακόμα περισσότερο φορώντας τούρκικο φέσι και ολλανδικά τσόκαρα...


Ιανουάριος 1944. Μετακινούμενοι προς άλλο στρατόπεδο στη Γαλλία και περνώντας από τη Δρέσδη, το τρένο μας σταματάει γιά λίγο σε μιά γέφυρα. Από κάτω μας βλέπουμε ένα εργοστάσιο αρμάτων μάχης κατεστραμμένο από συμμαχικό βομβαρδισμό.


Ιανουάριος 1944. Πάντα καθ’ οδόν προς Γαλλία. Αισθάνομαι με δέος ότι βρίσκομαι μέσα σε πολεμικό πυρετό, στην καρδιά της γερμανικής πολεμικής μηχανής, όταν σταματάμε στο Ντάρμσταντ γιά να μας μοιράσουν συσσίτιο πορείας.


Φεβρουάριος 1944. Στο Μπέλφορ, Γαλλία. Με πηγαίνουν στον οδοντίατρο όταν μιά θαρραλέα γαλλίδα με ρωτάει «γιατί με συνοδεύουν» της απαντώ «επειδή είμαστε άγγλοι». Κατά σύμπτωση στον τοίχο δίπλα μας είναι γραμμένο από γάλλους φασίστες «ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΓΓΛΟΥΣ...».


Μάρτιος 1944. Στη Γαλλία, στο ίδιο στρατόπεδο. Ο υπαξιωματικός της γερμανικής αντικατασκοπείας, μαζί με έξι κρανοφόρους και τρία λυκόσκυλα, εισβάλλει στον κοιτώνα μας γιά να ανακαλύψει το κρυμμένο ραδιόφωνο από το οποίο ακούγαμε το BBC. Όμως, όπως το είχαμε κρύψει, δεν θα μπορούσε ποτέ, σε καμμία περίπτωση, να το βρεί.


7 Ιουνίου 1944. Μαθαίνοντας ότι επιτέλους έγινε η μεγάλη απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία, περιχαρής ζωγραφίζω στον τοίχο του διαδρόμου έξω από τον θάλαμό μας ένα βρεταννό στρατιώτη να εισβάλλει στις γαλλικές ακτές. Οι γερμανοί, περιέργως, δεν μου ζητούν καν να το σβήσω.


Σεπτέμβριος 1944. Στρασβούργο. Κοντά στο σταθμό. Ώρα 19:00. Μεταφερόμεθα από τη Γαλλία πίσω προς Γερμανία, μαζί και... γαλλικές αγελάδες. Διασταυρωνόμαστε με έναν συρμό που πηγαίνει προς το μέτωπο με παιδιά της Χιτλερικής Νεολαίας. Αμέσως ανάβει μεγάλος καβγάς. Και οι δύο παρατάξεις διεκδικούν την τελική νίκη ανταλλάσοντας τις κατάλληλες απρέπειες. Εμείς γιά να τους ταπεινώσουμε, τους πετάμε τρόφιμα και σοκολάτες δείχνοντάς τους έτσι ότι οι Σύμμαχοι δεν στερούνται τίποτα.


24 Δεκεμβρίου 1944. Ξανά στη Γερμανία. Ναυτικό στρατόπεδο αιχμαλώτων κοντά στη Βρέμη. Η RAF σφυροκοπάει το λιμάνι της Βρέμης με βόμβες ενός τόνου. Οι φωτιές που άναψαν οι πολύχρωμες φωτοβολίδες, οι προβολείς και το χιονισμένο στρατόπεδο θυμίζουν Χριστουγεννιάτικα πυροτεχνήματα.


31 Δεκεμβρίου 1944. Πάντα στο ναυτικό στρατόπεδο. Ένας αεροπόρος αμερικανικού βομβαρδιστικού, που φλέγεται στον αέρα, πέφτει στο έδαφος νεκρός μπροστά στα μάτια μας. Προφανώς το αλεξίπτωτό του δεν άνοιξε.


Απρίλιος 1945. Ναυτικό στρατόπεδο Βρέμης. Έξω από τα συρματοπλέγματα βλέπουμε το πρώτο γερμανικό αεριωθούμενο Messerschmidt 263D να κάνει αναγκαστική προσγείωση, χτυπημένο από συμμαχικά καταδιωκτικά.


Aπρίλιος 1945. Ναυτικό στρατόπεδο Βρέμης. Πλησιάζει το τέλος. Ο γερμανός διοικητής καλεί τον βρεταννό ομόλογό του, πλοίαρχο Ουίλσον του Βασιλικού Ναυτικού και του δηλώνει ότι από ΄δω και πέρα μοιράζεται μαζί του την διοίκηση, στην οποία μετέχει – μαθαίνουμε αργότερα – και ο πλοίαρχος Λεβίδης Β.Ν. Προς τούτο ο γερμανός διοικητής υψώνει τη σημαία του Βρεταννικού Ναυτικού δίπλα στη δική του και μας ανακοινώνει ότι δεν θεωρούμεθα πλέον αιχμάλωτοι πολέμου, αλλά φιλοξενούμενοι (!) του Φύρερ! Τη νύχτα ακολουθούν πανηγυρισμοί, οι οποίοι δυστυχώς έχουν τραγικές συνέπειες.


Απρίλιος 1945. Ναυτικό στρατόπεδο Βρέμης. Επειδή οι στρατιωτικοί αιχμάλωτοι είχαν ήδη μετακινηθεί προς βορράν, κάτω πό τα άγρυπνα μάτια της συμμαχικής αεροπορίας, ήταν επόμενο να νομισθεί ότι το στρατόπεδό μας στέγαζε μόνον εχθρικά στρατεύματα. Έτσι , τη νύχτα, βρεταννικά αεροπλάνα, βλέποντας και τις φωτιές που είχαμε αφρόνως ανάψει γιά πανηγυρισμούς, βομβαρδίζουν το στρατόπεδο σκοτώνοντας τέσσερεις συναιχμαλώτους μας. Την επομένη το πρωί με τις ευλογίες της γερμανικής διοικήσεως, γράφυμε στις σκεπές των κτηρίων ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΑΚΟΜΗ ΕΔΩ. Σύντομα το λάθος γίνεται αντιληπτό από αεροπλάνα της RAF που πετούν χαμηλά από πάνω μας και ζητούν συγγνώμη με ενδεικτικούς ελιγμούς.


27 – 28 Απριλίου 1945. Με την ανατολή του ηλίου άρματα μάχης και πεζικό της 2ας Βρεταννικής Στρατιάς. Οι μονάδες που μας απελευθέρωσαν, προελαύνουν μέσα από το χωριό Βεστερτίμκε, δίπλα στο στρατόπεδο, υπό τους ήχους της πίπιζας.


27 – 28 Απριλίου 1945. Μεσάνυχτα. Τα πυρά έχουν σιγήσει από ώρα, ακούγεται μόνο ο συριγμός των ερπηστριών. Στην πύλη του στρατοπέδου σταματάει το πρώτο βρεταννικό άρμα μάχης. Ο πρώτος απελευθερωτής αποβιβάζεται. Μπαρουτοκαπνισμένος και με τη στολή των τεθωρακισμένων, μας φαίνεται σαν αστροναύτης. Κρατάει μιά μπουκάλα ουίσκι, της σπάει το λαιμό πάνω στον θώρακα του άρματος και αμίλητος μας δίνει, πάνω από τα σύρματα να πιούμε. Φαίνεται να έχει πιεί κι αυτός τη δόση του...Δεν ήταν περίεργο;


28 Απριλίου 1945. Ένας από τους γερμανούς δεσμοφύλακες, που έμοιαζε του Γκαίρινγκ – εξ ου και το παρατσούκλι που του είχαμε κολλήσει – είχε περάσει απέναντι στις συμμαχικές γραμμές, με λευκή σημαία, γιά να διαπραγματευθεί την αμαχητί παράδοση του στρατοπέδου.  Η ταχύτης όμως της προελάσεώς του τον προλαμβάνει και έτσι την επομένη της απελευθερώσεως εμφανίζεται έξω από την πύλη καβάλα στο κανόνι ενός συμμαχικού άρματος! Το ατσάλινο προσωπείο έχει πέσει και χαμογελώντας χαρούμενα μας χαιρεταέι με την σημαία του Βρεταννικού Ναυτικού.

Επιμέλεια: Μ.Μ.