Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

H αρχαία Τραγωδία και ο Νίτσε

Είναι αλήθεια ότι τόσο τα απλά όσο και τα σύνθετα φαινόμενα της ζωής, υπάρχουν διότι εξυπηρετούν κάποιους σκοπούς, που άλλοτε είναι προφανείς και κατά συνέπεια δεν χρήζουν εξηγήσεων και άλλοτε κρύβονται πίσω από το παραπέτασμα της αιτιοκρατίας, δίδοντας έτσι αφορμή στην επιστημονική έρευνα να το διαπεράσει και να  τους αποκαλύψει. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, η αρχαία Ελληνική Τραγωδία αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί έναν ορατό μεν, αλλά άϋλο και δυσπρόσιτο προορισμό γιά τα πνευματικά ταξίδια πολλών διανοουμένων.
   Ως πραγματικότητα, η Τραγωδία είναι πολύ απλό να οριστεί. Ο Αριστοτέλης, ύστερα από εξαντλητική μελέτη, έχει δώσει εδώ και εικοσιτέσσερις αιώνες ένα σαφή και ισορροπημένο ορισμό της: «στν ον τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας κα τελείας, μέγεθος χούσης, δυσμέν λόγ, χωρς κάστ τν εδν ν τος μορίοις, δρώντων κα ο δι’ παγγελίας, δι’ λέου κα φόβου περαίνουσα τν τν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Δηλαδή: «είναι λοιπόν η τραγωδία μίμηση (δηλ. αναπαράσταση επί σκηνής) πράξης σημαντικής και ολοκληρωμένης, η οποία έχει κάποια διάρκεια, με λόγο ποιητικό («γλυκό» ή «διανθισμένο», στην κυριολεξία), τα μέρη της οποίας διαφέρουν στη μορφή τους, που παριστάνεται ενεργά και δεν απαγγέλλεται, η οποία προκαλώντας τη συμπάθεια και το φόβο του θεατή τον αποκαθάρει (λυτρώνει) από παρόμοια ψυχικά συναισθήματα». Εάν πάντως θελήσουμε να εμβαθύνουμε στις γενετικές απαρχές της, θα πρέπει να βυθίσουμε τη σκέψη μας στην πανάρχαια Ελληνική Παράδοση, αλλά ταυτόχρονα και στην Κομοθεώρηση των προγόνων μας, δύο κεφάλαια του αρχαίου κόσμου που εκφράστηκαν και μέσα από το λαμπρό αρχαίο Ελληνικό Δράμα.
   Για να αναζητήσουμε λοιπόν την αρχή του ανεπανάληπτου αυτού πνευματικού δημιουργήματος, ας γυρίσουμε με τη φαντασία μας, περίπου 2.600 χρόνια πίσω με τόπο προορισμού του νοερού ταξιδιού μας τα Μέγαρα της Αττικής. Εκεί, ένα εαρινό πρωί μια ομάδα απλών ανθρώπων εορτάζει την παράδοση που θέλει τον θεό Διόνυσο, να υποφέρει, να χάνεται και στο τέλος να ανίσταται σκορπώντας χαρά κι αισιοδοξία γύρω του. Ενθουσιώδεις όπως είναι, οι άνθρωποι αυτοί, αλείφουν τα πρόσωπά τους με τρυγία, φορούν στο κεφάλι ένα στεφάνι από κισσό, τραγουδούν και χορεύουν ρυθμικά, προσπαθώντας να μιμηθούν τους συντρόφους του Διονύσου, τους Σειληνούς, όπως αυτοί τους φαντάζονταν. Σε όλη όμως αυτήν την παραστατική προσπάθεια, υπάρχει ένα πρόβλημα. Ενώ οι ρόλοι των Σειληνών έχουν διανεμηθεί, κανείς δεν αποφασίζει να παίξει το ρόλο του ιδίου του Διονύσου, καθώς η μορφή του στη συλλογική συνείδηση έχει πλέον προσλάβει ιερές διαστάσεις γιά τους προγόνους μας. Παραταύτα, κάποιος τολμηρός από την παρέα εκείνη, υπερβαίνει τα κατεστημένα, ανεβαίνει σε μια πρόχειρη εξέδρα από σανίδες και υποκρινόμενος τη θεότητα, αρχίζει να ομιλεί σε πεζό λόγο απευθυνόμενος στους χορευτές. Αυτός δεν είναι άλλος από τον Θέσπι, που εκείνη την ημέρα έκανε συνειδητά ή ασυνείδητα, την μεγάλη ανακάλυψη: την Τραγωδία! Όλος ο διάλογος μεταξύ Θέσπιδος και χορευτών κρατείται σε ένα σοβαρό επίπεδο και συγκλονίζει όσους τον παρακολουθούν.
   Ο Θέσπις πάντως σ’ αυτήν την προσπάθεια, δεν είναι μόνος. Σχεδόν ταυτόχρονα ή λίγο αργότερα, ένας άλλος ευρηματικός δημιουργός, ο Σουσαρίων, προσπαθεί να τον μιμηθεί, με τη διαφορά, ότι αυτός κρατάει και προβάλλει μόνο τα κωμικά στοιχεία από τους διαλόγους. Ευνόητο είναι λοιπόν ότι ο μεν Θέσπις κατέστη ο εισηγητής του σοβαρού δράματος, ο δε Σουσαρίων της Κωμωδίας. Και οι δύο αυτές εκφάνσεις του Ελληνικού Λόγου ξεκίνησαν από την ίδια αφετηρία και πορεύτηκαν παράλληλα. Η Τραγωδία όμως, λόγω των υψηλών νοημάτων και του μεγαλείου που εξέφραζε, έμελλε να γίνει το αντικείμενο ενασχολήσεως πλήθους πνευματικών ανθρώπων, τόσο δραματουργών, όσο και φιλοσόφων, διδασκάλων και κριτικών κατά την αρχαιότητα.
   Από εκείνο το πρωινό στα Μέγαρα πέρασαν αιώνες, που όμως δεν στάθηκαν ικανοί να σβήσουν το θαυμαστό επίτευγμα εκείνης της ημέρας. Απεναντίας, στα τέλη του προπερασμένου αιώνα η ευρωπαϊκή διανόηση εστράφη με ενδιαφέρον σ’ εκείνο το γεγονός, προσπαθώντας να το θεμελιώσει επιστημονικά. Πολλές προσεγγιστικές μελέτες που συντάχθηκαν έμειναν σε μια σχετική αφάνεια, καθώς επισκιάστηκαν από ένα και μόνο πρωτοποριακό σύγγραμμα εκπονημένο από ένα φιλελληνικό πνεύμα της εποχής, που εισήλθε δυναμικά στο γερμανικό χώρο των γραμμάτων, τον Φρειδερίκο Νίτσε, που έθεσε τη βάση των αναζητήσεών του με το έργο του «Η Γέννηση της Τραγωδίας». Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο Νίτσε ξεκίνησε τη συγγραφική του δραστηριότητα με το βιβλίο αυτό. Επηρεασμένος αρνητικά από τον Σοπενχάουερ είχε βάλει σκοπό της ζωής του να ανατρέψει την περί κόσμου απαισιόδοξη αντίληψη που εξέφραζε ο μεγάλος συμπατριώτης του.
Ο Νίτσε, παρά το γεγονός ότι αργότερα οδηγήθηκε –εν μέρει– σε ακρότητες, καταφάσκει στη ζωή και το κυριώτερο μέσον γιά να δηλώσει την κατάφαση αυτή, ήταν οι μορφές του αρχαίου Ελληνικού Τραγικού Λόγου. Στο έργο του επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε τρία θεμελιώδη στοιχεία, τα οποία αναλύει λεπτομερώς. Αυτά είναι το πρόσωπο του Διονύσου, η μορφή και ο ρόλος του Απόλλωνος και η παρουσία του Χορού στο αρχαίο Θέατρο. Ο γερμανός φιλόσοφος ξεκινά από τη βασική και τεκμηριωμένη παραδοχή ότι η Τραγωδία έλκει την καταγωγή της από την αρχαία Ελληνική θρησκεία, που είναι κι αυτή με τη σειρά της αλληλένδετη με τα αρχαία Ελληνικά Μυστήρια. Ο Απόλλων και ο Διόνυσος είναι οι δύο προσωπικότητες που δεσπόζουν. Αποτελούν δύο όψεις του αυτού νομίσματος, δύο συνιστώσες μιας κοινής συνισταμένης, δύο οδοιπόρους που βαδίζουν παράλληλα στον ίδιο δρόμο. Για τον Νίτσε ο Απόλλων είναι η φρόνηση, η ηρεμία, η ρέμβη, όπως χαρακτηριστικά λέγει. Είναι η αντικειμενική πραγματικότητα. Ο Διόνυσος είναι η υπέρβαση, ο ενθουσιασμός. Είναι η υποκειμενική πραγματικότητα. Οι δύο αυτές κατηγορίες δυνάμεων παρουσιάζονται ως αντίθετες στο πνεύμα. Η άποψη αυτή πράγματι εκφράζει την μυστική ιστορία της τέχνης του Ελληνικού Λόγου. Ο μεγάλος διανοητής έχει προ οφθαλμών το δελφικό μοντέλο αποδοχής των δύο αυτών θεοτήτων κατά το οποίο η μία διαδέχεται την άλλη σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα. Έτσι καταφέρνει να διακρίνει με απόλυτη σαφήνεια τις ανθρώπινες ιδιότητες που ανταποκρίνονται στην απόδοση τιμής προς έκαστον εκ των δύο «θεών». Διαπίστωσε δηλαδή ότι η ψυχική γαλήνη και η σύνεση ανταποκρίνονται στο απολλώνειο πνεύμα, ενώ το πάθος, βασικό στοιχείο της Τραγωδίας, απορρέει από τη διονυσιακή έκρηξη του «εγώ». Ωστόσο ο Νίτσε λόγω της υλιστικής συγκροτήσεως της φιλοσοφίας του, δεν προχώρησε πέρα από την απλή αποκρυπτογράφηση των δύο ιεροποιημένων αυτών προσώπων. Παρέλειψε ή απέφυγε συνειδητά να προσεγγίσει και να ψηλαφήσει με τη σκέψη του το νόημα που βρίσκεται πάνω από τους δύο «θεούς» στο επίπεδο των αρχετύπων και των διαπλεκομένων πνευματικών χώρων, τους οποίους θα μπορούσαμε να παραστήσουμε σχηματικά με τη μορφή δύο κύκλων που εφάπτονται και αλληλοεπιχωρούνται.
   Ο τρίτος βασικός παράγοντας στην αναζήτηση του Νίτσε είναι ο Χορός, στον οποίο αποδίδει εξέχουσα σημασία, καθώς πιστεύει ότι η Τραγωδία γεννήθηκε από το Χορό και στην πρωταρχική μορφή της ήταν μόνο Χορός. Ο φιλόσοφος τονίζει ότι θέση του Χορού στην Τραγωδία, αξιολογούνται από τον Νίτσε ως απολύτως αναγκαίες γιά την ολοκληρωμένη εικόνα και φύση του Δράματος. Θα μπορούσαμε λοιπόν να παραστήσουμε σχηματικά την γενεσιουργό μήτρα της αρχαίας Τραγωδίας με ένα ισοσκελές τρίγωνο, βάση του οποίου είναι οι τραγικοί χορευτές και πλευρές του η Απολλώνεια και η Διονυσιακή μυστηριακή λατρεία. Ο ίδιος ο Νίτσε ομολογεί ότι, αισθανόμενος έναν ιερό φόβο, ωχριά μπροστά σ’ αυτό το δημιούργημα του Ελληνικού Πνεύματος. Τον ίδιο ίσως αισθάνθηκε και ο αρχαίος ημών νομοθέτης Σόλων, όταν την εποχή εκείνη ο ευρηματικός Θέσπις προσήλθε με το θίασό του στην Αθήνα κι έδωσε παραστάσεις οι οποίες έκαναν τους πολίτες να παραληρούν από ευχαρίστηση. Κατά μία σωζώμενη παράδοση ο Σόλων, συναντώντας τον Θέσπι τον παρετήρησε ρωτώντας τον: «Δεν ντρέπεσαι να παρουσιάζεις μπροστά στο λαό τέτοια ψέματα»; Η λέξη «ψέματα» βεβαίως αφορούσε τη χοντροκομμένη απόδοση του μυστηριακού δράματος και όχι το μυστήριο καθαυτό, του οποίου τη βεβήλωση φοβήθηκε ο Σόλων. Αυτή η έννοια του δέους διεπότιζε κάθε τραγωδό στο έργο του, εφόσον είχε αποθησαυρίσει στη συνείδησή του, τόσο τις παρορμήσεις της ζωής – που σαν Έλληνας δεχόταν με ελευθερία και αγαλλίαση – όσο και την αρμονικότητα και ισορροπία στο θρησκεύειν.
   Συνελόντι ειπείν, το Ελληνικό Πνεύμα δημιούργησε ένα κεφάλαιο μεγαλειώδες, άφθιτο και ανυπέρβλητο, τον Τραγικό Λόγο, που υπήρξε το ηθικό σχολείο όχι μόνο για τον δικό μας λαό αλλά και για όσους από τους άλλους τον παρέλαβαν και τον αξιοποίησαν. Γι αυτό, μεταγενέστεροι συγγραφείς όπως λ.χ. ο Σέξπηρ, ο Γκαίτε, ο Ίψεν, ο Μπρεχτ και τόσοι άλλοι δεν θα ήταν φρόνιμο να μελετώνται εκτός, αλλά εντός της ίδιας εξελικτικής αυτής προοπτικής. Ευχής έργον δε, θα ήταν και η σύγχρονοι διανοητές, αλλά και οι καλλιτεχνικοί δημιουργοί να στρέψουν ξανά το ενδιαφέρον τους στον αρχαίο Λόγο, ώστε να τον ανακαλύψουν εκ νέου προάγοντάς τον για να γίνει ένα ακόμη αποφασιστικό βήμα στην έξοδο από την πολιτισμική πενία και στασιμότητα που δυστυχώς χαρακτηρίζουν τις μέρες μας.

Μάριος Κ. Μαμανέας