Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Κρίτων Αθανασούλης: Μεγαλείο και λυρισμός σε απλό λόγο...



Ο Κρίτων Αθανασούλης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1916. σπούδασε στην Αθήνα νομικά και ξένες γλώσσες. Επαγγελματικά σταδιοδρόμησε ως συμβολαιογράφος και αργότερα έγινε διευθυντής του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών.

 
   Ξεκίνησε τη λογοτεχνική δραστηριότητα του την εποχή του Μεσοπολέμου. Ποιήματα, αλλά και πεζογραφήματα του δημοσιεύονταν συχνά σε περιοδικά του καιρού εκείνου. Το 1940 εξεδόθη το πρώτο ποιητικό έργο του με τίτλο: «Κάιν καιΆβελ». Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές: «Η Πολιτεία της Νύχτας» (1943), «Ω γλυκύ μου έαρ» (1944), «Το Τραγούδι των Πέντε Ανέμων», (1947), «Λεπτομέρειες από τη λυπημένη ιστορία του ανθρώπου» (1950), «Αγωνία», (1952), «Εσωτερική Περιπέτεια» (1953), «Με τους Ανθρώπους και με κανέναν» (1954), «Ξενοδοχείο ο Κόσμος» (1956). Το τελευταίο αυτό έργο τιμήθηκε, το 1957,σε διεθνή διαγωνισμό του ιταλικού λογοτεχνικού περιοδικού «Batalia Leterraria» με το πρώτο βραβείο.

 
   Ακολούθησαν οι συλλογές: «Δύο άνθρωποι μέσα μου», (1957), «Περιπτώσεις καθημερινότητας» (1959), «Η επίσκεψη του αγγέλου» (1961) και «Ο Αγριόχοιρος», (1963), που απέσπασε και το βραβείο ποιήσεως της γνωστής λογοτεχνικής «Ομάδας των Δώδεκα». Τα περιοδικά της εποχής συχνά φιλοξενούσαν τα ποιητικά του πονήματα και οι λογοτεχνικοί κύκλοι συζητούσαν συχνά το όνομά του. Η παρουσία του στο χώρο των γραμμάτων είχε πλέον παγιωθεί. Το 1966 προχώρησε σε συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του με τίτλο:«Τα Ποιήματα, 1940-1966».

 
   Η ποιητική του παραγωγή όμως συνεχιζόταν. Το 1969 εξέδωσε το έργο του «Το μικρό μου σύμπαν», που ένα χρόνο μετά έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως. Ακολούθησαν τα έργα: «Ο Αγαθάγγελος, ο Εφιάλτης και τα συμβάντα» (1974), αφιερωμένο στην κυπριακή τραγωδία, «Ένας ποιητής στο δρόμο» και «Οι Σάτυρες για τη Λεωνόρα» (1974, δύο έργα σ’ έναν τόμο) και το «Το ανθρώπινο ζήτημα»(1976).

 
   Ο Κρίτων Αθανασούλης υπήρξε θρησκεύουσα φύση. Είχε γράψει και ένα ικανό αριθμό θρησκευτικών ποιημάτων, τα οποία ωστόσο παρμένουν ανέκδοτα, αφού ουδέποτε τα ενέταξε σε κάποια από τις συλλογές του. Εκτός όμως από την ποίηση, ασχολήθηκε παράλληλα με τη δοκιμιογραφία, τις φιλολογικές μελέτες και την κριτική. Σχετικά έργα του είναι: «Ο ποιητής ΡήγαςΓκόλφης» (1951), «Σελίδες από το προσωπικό μουημερολόγιο» (1958), «Η ποίηση σήμερα», (1972), όπως και το θεατρικό «Ο άλλος της ωραίας μοναξιάς» (1969). Το Νοέμβριο του 1979 εξεδόθη ο δεύτερος συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του που περειλάμβανε και το έργο του με τίτλο: «Περιγραφή της Αβύσσου», που ήταν και η τελευταία ποιητική εργασία του. Ο ποιητής όμως δεν πρόφθασε να δει το τελευταίο αυτό βιβλίο του, καθώς τον πρόλαβε ο γαλήνιος μεν, αλλά πρόωρος θάνατος. Έφυγε σε ηλικία 63 ετών από καρδιακή ανακοπή το μεσημέρι της 24ης Οκτωβρίου 1979 την ώρα που αναπαυόταν στο σπίτι του στο Παγκράτι.

    Υπήρξε από τους πλέον αξιόλογους πνευματικούς δημιουργούς της γενιάς του Μεσοπολέμου με παρουσία που κράτησε τέσσερις δεκαετίες. Πολλά από τα έργα του εκτιμήθηκαν, μεταφράστηκαν και απαγγέλθηκαν σε ξένες γλώσσες, σε διάφορα μέρη της Ευρώπης αλλά και της Αμερικής. Στην ποίησή του ο λυρισμός εναλλάσσεται με το ρεαλισμό καθώς περιγράφει προσωπικές εμπειρίες και άλλα γεγονότα. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι το ανθρωπιστικό στοιχείο. Αποφεύγοντας τους υψηλούς τόνους και τα έντεχνα βερμπαλιστικά σχήματα, παρουσιάζει με απλότητα την αγωνία του για τον άνθρωπο, που κινδυνεύει ως ψυχοσωματική οντότητα από τα αλλοτριωτικά στοιχεία της εποχής μας.


Μάριος Κ. Μαμανέας

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Louis Janmot: O ζωγράφος της ψυχής



 
   Ο ζωγράφος και ποιητής Anne-François-Louis Janmot γεννήθηκε το 1814 στη Λυών της Γαλλίας από βαθύτατα θρησκευόμενους γονείς, κάτι που επηρέασε τόσο την αντίληψή του περί της πορείας του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, όσο και τα θέματα της τέχνης του. Από παιδί δοκιμάστηκε σκληρά από το θάνατο του αδελφού του το 1823 και της αδερφής του το 1829. Λίγο αργότερα έγινε δεκτός ως σπουδαστής στο Βασιλικό Κολέγιο της Λυών, όπου και ακολούθησε πνευματικά τον καθηγητή του στη Φιλοσοφία, Abbe Noirot. Το 1831 εισήχθη στη Σχολή Καλών Τεχνών της Λυών και ένα χρόνο αργότερα, κέρδισε την υψηλότερη τιμή, τη Χρυσή Δάφνη. Το 1833, μετέβη στο Παρίσι και το 1835 στη Ρώμη για να συνεχίσει τις εικαστικές σπουδές του.

   Μετά την επιστροφή του στη Λυών το 1836, ο Janmot άρχισε να προσελκύει την προσοχή των κριτικών του Salon de Paris, καθώς  φιλοτεχνούσε υψηλής αισθητικής αξίας έργα με θρησκευτική έμπνευση, όπως η «Ανάσταση του Υιού της χήρας της Nαϊν» (1839) ή «Ο Χριστός στην Γεθσημανή» (1840).  Μετά το 1845, προσέλκυσε το ενδιαφέρον του Σαρλ Μπωντλαίρ με το ζωγραφικό του πόνημα «Το λουλούδι των αγρών», που του επέτρεψε να έχει πρόσβαση στο σαλόνι του, ενώ ο Θεόφιλος Γκοτιέ εντυπωσιάστηκε από το πορτρέτο του Lacordaire (1846). Ωστόσο, η χλιαρή υποδοχή από το κοινό της συλλογής έργων του «Το ποίημα της Ψυχής» που παρουσίασε στην Παγκόσμια έκθεση του 1855, τον απογοήτευσε. Από τη σειρά αυτή ξεχωρίζουν οι πίνακες «Ο Εφιάλτης» (εικ. 1), «Η κακή πορεία» (εικ. 2) και «Το πέταγμα της Ψυχής» (εικ. 3). Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς παντρεύτηκε την Leonie Saint-Paulet και το 1856 διορίστηκε  καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών.


   Γιά μιά περίοδο δεκατεσσάρων ετών ο Janmot παρήγαγε πληθώρα φορητών έργων (κυρίως πορτρέτων), αλλά και τοιχογραφιών σε ναούς. Μετά τη γέννηση του του εβδόμου παιδιού της τον Αύγουστο του 1870, η γυναίκα του πέθανε. Ο πόλεμος και η προέλαση του Πρωσικού στρατού τον ανάγκασαν να φύγει γιά το Αλγέρι με τον πατριό του, όπου παρέμεινε γιά έναν χρόνο ζωγραφίζοντας τοπία. Επέστρεψε τον Ιούνιο του 1871 στο Παρίσι και συνέχισε να ζει μοναχικά, εκτελώντας παραγγελίες γιά πορτρέτα και θρησκευτικές παραστάσεις, ενώ παράλληλα ολοκλήρωσε και έθεσε στη διάθεση του κοινού, το 1882, το δεύτερο μέρος της συλλογής του «Το Ποίημα της Ψυχής».


   Το 1885 ο Janmot παντρεύτηκε την πρώην φοιτήτριά του, Antoinette Currat, και επέστρεψε στην Λυών. Σχεδίαζε με κάρβουνο εικόνες με θέμα τον «Κάτω Κόσμο», δημιουργόντας μία σειρά που μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος συνέχειας του «Ποιήματος της Ψυχής». Στη συλλογή αυτή περιλαμβάνονται το «Καθαρτήριο» (1885) και το «Τέλος του Χρόνου» (1888). Το 1887 δημοσιεύτηκε στη Λυών και στο Παρίσι ένα βιβλίο 500 σελίδων με τίτλο «Γνώμη ενός καλλιτέχνη στην Τέχνη» και περιλαμβάνει άρθρα που γράφτηκαν από τον Janmot το παρελθόν. Έφυγε από τη ζωή πέντε χρόνια αργότερα, σε ηλικία 78 ετών. Έχει θεωρηθεί ως μια μεταβατική μορφή μεταξύ Ρομαντισμού και Συμβολισμού, προετοιμάζοντας το γαλλικό τμήμα της «προ-Ραφαήλ» Αδελφότητας. Ο μυστικισμός, που είναι κάτι παραπάνω από οφθαλμοφανής στα δημιουργήματά του και η γλυκύτητα των μορφών, προξενούν, όπως θα έλεγε εύστοχα κι ο Μπωντλέρ, «άπειρη γοητεία που είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς»...
                                                                                                    Μάριος K. Μαμανέας

 

ΑΞΙΟ ΠΕΡΙΕΡΓΑ : ΛΙΜΝΗ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ: Αυτά είναι... τα ΜΥΣΤΙΚΑ της "στοιχειωμένης" λίμνης!!!

ΑΞΙΟ ΠΕΡΙΕΡΓΑ : ΛΙΜΝΗ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ: Αυτά είναι... τα ΜΥΣΤΙΚΑ της "στοιχειωμένης" λίμνης!!!